Υποσημείωση: Τα κείμενα-συνεντεύξεις δημοσιεύτηκαν στο ένθετο του "ΈΘνους της Κυριακής" που ονομάζεται "Ιστορία του ΕΘΝΟΥΣ". Οι φωτογραφίες στο συγκεκριμένο post είναι από το αρχείο του Συλλόγου Μικρασιατών Λαυρίου.
Ευχαριστώ πολύ προσωπικά την κ. Τριανταφυλλιά Μήτρου από το Σύλλογο Λαυρίου. Επίσης, ιδιαίτερα ευχαριστώ τον Δημήτρη Παντέλα, εμπνευστή, ιδρυτή και διαχειριστή του www.mikrasiatis.gr , καθώς και τον Πρόεδρο του Συλλόγου Μικρασιατών Θήβας. Θερμά ευχαριστήρια και στον κ. Γόβατζη από το Ιστορικό Αρχείο Καισαριανής.
Σαν όνειρο θυμ
ούνται τη ζωή τους στην πατρίδα τους τη Μικρά Ασία. Αναλαμπές μνήμης μέσα από εικόνες που έχουν καταγραφεί στο μυαλό τους... Μα για τον εφιάλτη που έζησαν όταν αναγκάστηκαν να αφήσουν τα πατρογονικά τους είναι σίγουροι˙ τις δραματικές μέρες του διωγμού δεν τις ξεχνούν ποτέ... Είναι αυτές άλλωστε που καθόρισαν τη ζωή τους μέχρι σήμερα... Πρόσφυγες από ολόκληρη τη Μικρά Ασία μιλούν στην “ΙΣΤΟΡΙΑ του ΕΘΝΟΥΣ” για τις αναμνήσεις από την πατρίδα τους. Συγκινητικές διηγήσεις για την καθημερινή ζωή των Ελλήνων στις πόλεις και τα χωριά της Ιωνίας και των άλλων περιοχών της Μικρασίας, για τη σχέση τους με τους Τούρκους γείτονές τους και τους ντόπιους άρχοντες. Συγκλονιστικές μαρτυρίες για τις εφιαλτικές μέρες του διωγμού το 1922, το φόβο, την απελπισία και την εξαθλίωση που έζησαν, αλλά και τους βιασμούς, τις κακουχίες και τις δολοφονίες που είδαν να συμβαίνουν μπροστά στα μάτια τους. Και ωμές αλήθειες για τη δεύτερη προσφυγιά που βίωσαν στην Ελλάδα από την προκατάληψη και την εκμετάλλευση των ντόπιων, για τον αγώνα ενσωμάτωσης και επιβίωσής τους στις παραγκουπόλεις των προσφυγικών καταλυμάτων και το ξεκίνημα μιας νέας ζωής που σύντομα ένας ακόμη πόλεμος θα ταύτιζε με τους πολίτες της νέας πατρίδας... Αναμνήσεις ανθρώπων που σήμερα ξεπερνούν τα 90 χρόνια, αλλά που τότε ήταν παιδιά. Μέσα από τις εξιστορήσεις, οι υπέργηροι ξαναβλέπουν με τα μάτια των παιδικών τους χρόνων, γίνονται ξανά μικροί, πληγωμένοι, φοβισμένοι πιτσιρικάδες που κρατούν τη μητέρα τους για να μην τη χάσουν, που επιβιβάζονται στα πλοία του ξεριζωμού, που φτάνουν στην Ελλάδα των καταυλισμών. Το βλέπεις στα μάτια τους. Ακόμη θυμούνται το συναίσθημα που είχαν τότε. Ακόμη νιώθουν στιγμή με τη στιγμή τις ημέρες εκείνες... Οι ζωντανοί αυτοί θησαυροί της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας αποδεικνύουν πως τα δραματικά αυτά γεγονότα που άλλαξαν τη μορφή της Ελλάδας είναι πολύ πρόσφατα. Τα λάθη των Ελλήνων πολιτικών, η ήττα του ελληνικού στρατού, ο εκπατρισμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας μοιάζουν σαν χθες, αν συνειδητοποιήσουμε πως οι άνθρωποι που υπέστησαν τις συνέπειές τους ζουν δίπλα μας, στη γειτονιά μας, στην πόλη μας. Τη σημασία των ανθρώπων αυτών το ελληνικό κράτος, οι οργανισμοί και τα ιδρύματα ιστορίας, κι εμείς οι ίδιοι ακόμη, δεν τη συνειδητοποιούμε. Δεν αξιοποιούμε την συμπυκνωμένη γνώση και τις πρωτογενείς εμπειρίες τους που μας δίνουν αδιαμφισβήτητα μαθήματα για το σήμερα και το μέλλον. Με αυτούς τους ανθρώπους είχαμε την τύχη να συναντηθούμε και να καταγράψουμε τις μαρτυρίες που παρουσιάζονται στο τεύχος που κρατάτε στα χέρια σας.
Τερψιθέα Σχίζα- Κυριακίδου «Ούτε πατρίδα γνώρισα, ούτε πατέρα».
Αν και έχει ζήσει περισσότερα από 80 χρόνια στην Καισαριανή, η 97χρονη Τερψιθέα Σχίζα νιώθει μικρασιάτισα και δη Πόντια. «Πατρίδα μου είναι η Σινώπη του Εύκεινου Πόντου. Είμαι Πόντια και είναι τιμή μου και καμάρι μου», μας λέει.
Ο πατέρας της διατηρούσε κατάστημα με γλυκά, από λουκούμια μέχρι γλυκίσματα γάμων και βαφτίσεων.
«Φύγαμε απο τη Σινώπη με τις σφαγές. Εγώ ήμουν μωρό. Μας διώξανε με βοειδάμαξες. Μοιραστήκαμε σε διάφορα χωριά. Τότε πήρανε και τον πατέρ
α μου αιχμάλωτο. Τον πήγανε στα καταναγκαστικά έργα, για να φτιάχνει δρόμους. Η μαμά μου έδινε χρυσαφικά σε ντόπιους για να μπορέσει να τον φέρει πίσω, μα δεν τα κατάφερε... Κάποτε έμαθε πως μπορούσαμε να πάμε στην Πόλη. Πήρε εμένα και την αδερφή μου που ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερη και φύγαμε για την Κωνσταντινούπολη», διηγείται.
Η μητέρα της είχε σπουδάσει κοπτική. «Στην πατρίδα μου, ο παππούς μου είχε 4-5 κόρες και δεν τις άφηνε να βγουν να δουλέψουν. Κάποια στιγμή, ήρθε στη Σινώπη μια κυρία από τη Γαλλία, μοδίστρα. Η μαμά μου τον παρακάλεσε να πάει να μάθει. Πήγε και έμαθε κοπτική. Αυτό μας έσωσε. Έγινε τόσο καλή που δίδασκε σε γκρουπ», μας λέει. «Όταν πρωτοπήγαμε στην Πόλη, η μαμά πήγε σε μεγάλο ατελιέ και έμαθε και ραπτική. Εμάς μας έβαλε στα καλύτερα σχολεία. Μέναμε σε ένα ωραίο σπίτι στο Γενίτσαρσί, κοντά στην Ιταλική πρεσβεία. Αλλά υπήρχε φόβος... Μετά και τον μεγάλο διωγμό του 1922, δεν μας σήκωνε το κλίμα. Αποφάσισε και φύγαμε το 1924 και ήρθαμε στην Ελλάδα με πλοίο....»
Η οικογένεια της Τέρψης Σχίζα βρήκε κατάλυμα στον προσφυγικό καταυλισμό της Καισαριανής. «Είχαν έρθει ήδη οι θείες μου εδώ και γι’ αυτό ήρθαμε κι εμείς. Μείναμε σε αντίσκηνα για δύο χρόνια. Μετά πήγαμε σε παράγκες κι ύστερα χτίστηκε ο καταυλισμός όπου πήραμε δικαίωμα σπιτιού και μείναμε», θυμάται. «Η Καισαριανή ήταν χωράφια. Οι ντόπιοι κοιμόντουσαν με τα γελάδια τους. Φορούσαν κάτι παπούτσια σαν τσαρούχια. Και η τουαλέτα ήταν στη μέση της αυλής πολλών σπιτιών... Εμάς μας λέγανε τουρκόσπορους όταν βγαίναμε. Είχαμε πολλά τέτοια στην αρχή...»
Στην Αθήνα, η μητέρα της δούλεψε ως μοδίστρα, στην αρχή σε γνωστό οίκο, αργότερα στα σπίτια της ευρύτερης περιοχής. «Ποτέ η μάνα μου δεν μας μιλούσε για την πατρίδα, τον Πόντο, ιστορίες για το πώς ζούσαν. Δεν ήθελε. Είχε το νου της να δουλέψει. Να ζήσουμε, να μεγαλώσουμε καλά...», σημειώνει. «Σχολείο δεν μας παίρνανε στην Καισαριανή. Γι’ αυτό γράφτηκα στο Αρσάκειο. Έκανα καλές σπουδές. Μιλούσα τουρκικά, γαλλικά, ελληνικά. Με βοήθησε αυτό στη ζωή μου».
Για τις πολιτικές πεποιθήσεις των Μικρασιατών, είναι γνωστό πως στην πλειοψηφία τους ήταν Βενιζελικοί. «Τον βασιλιά κανείς δεν τον ήθελε. Αλλά και αργότερα, πολλοί γίνανε Αριστεροί. Είχα εγώ έναν ξάδερφο, τον Χρήστο Χρηστίδη, από τους λίγους άνδρες που κατάφεραν να φύγουν από τον Πόντο –σε μπαούλο τον κρυψανε- και ήταν ένας από τους 200 που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή. Ήταν εξόριστος στην Ακροναυπλία, ήταν αρχαιομαρξιστής...»
Χρήστος Βαγιάτης, Ευαγγελία Ταμιωλάκη
Άνθρωποι που θυμούνται την ημερομηνία γέννησής τους από τους διωγμούς, που «λυγίζουν» όταν μιλούν για την πατρίδα τους, που τιμούν τα πατρογονικά τους...
Συναντήσαμε τον Χρήστο Βαγιάτη στη Φορτέτσα Ηρακλείου, σε ένα σπιτάκι που έζησε ολόκληρη τη ζωή του μετά το διωγμό. Η καταγωγή του είναι από τα Αλάτσατα, αλλά έτυχε να γεννηθεί στο Αίγιο, καθώς εκεί βρέθηκε η οικογένειά του μετά τον πρώτο διωγμό του 1918. Μαζί του, βρήκαμε και την αδερφή του, την Ευαγγελία Ταμιωλάκη που γεννήθηκε το 1922 στην «πατρίδα», όπως λέει τα Αλάτσατα.
«Το 1922 ήμουν τεσσάρων χρονών. Τι μπορεί να θυμάται ένα αγοράκι τεσσάρων χρονών; Κι όμως θυμάμαι. Ήταν Αύγουστος, είχαμε μαζέψει τα καπνά σε μπάλες, σαν ντάνες. Φτιάχναμε εκεί ψευτόσπιτα να κρύψουμε τα όμορφα κορίτσια γιατί τα αρπάζανε οι Τούρκοι», λέει ο κ.Βαγιάτης. «Τότε λοιπόν που άρχισαν οι φασαρίες, μας πήγανε στην Παναγία τη μεγάλη εκκλησία όπου συγκεντρώσανε τα γυναικόπαιδα. Τους άνδρες τους πήραν αιχμάλωτους, μαζί και τον πατέρα μου. Μείναμε δυο-τρεις μέρες στην εκκλησία και μετά μας μαζέψανε σε ένα μπουλούκι, μας βάλανε σε ένα δρόμο, δεξιά και αριστερά υπήρχαν καβαλάρηδες τούρκοι και μας λαλούσανε σαν τα πρόβατα. Ντουρρρ, σταμάτα, οτούρρρ να κάτσουμε. Νομίζω πως μας πήγανε στον Τσεσμέ, εκεί ήταν το κοντινό λιμάνι. Η μάνα μου είχε 9 μηνών μωρό στην αγκαλιά, την Ευαγγελία που βλέπετε. Ήμασταν εκατοντάδες; Χιλιάδες; Δεν θυμάμαι... Έρχεται στο μυαλό μου μόνο η εικόνα των ανθρώπων με τα ποδάρια...».
«Μου έλεγε η μάνα μου πως στο δρόμο ήταν ένα πηγάδι. Ένας χωριανός μας πέταξε τις 4 κόρες του για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Και μετά έπεσε και αυτός...» , λέει η κυρία Ευαγγελία.
Ο τεσσάρων χρονών Χρήστος δεν μπορούσε να περπατήσει καλά. «Ήμουν και τροφαντός... Ζοριζόμουνα. Ευτυχώς είδε η μάνα μου από μακριά τον αδερφό της τον Αντώνη, που ήταν τσαγκάρης, να περπατάει και του φώναξε. Ήρθε κοντά μας... Αυτός με έσωσε και εγώ τον έσωσα. Με έβαλε στους ώμους του και εγώ του κρατούσα το μαντήλι στο κεφάλι...», λέει και η φωνή του πνίγεται στους λυγμούς...
«Όταν φύγαμε από τα σπίτια μας, ο αδερφός του παππού μου που είχε καφενέ στα Αλάτσατα, λέει του γιου του: «πού πάμε βρε; Στο πρώτο διωγμό πήγαμε στη Σάμο, τώρα πού πάμε χωρίς τίποτα». Είχε λεφτά και ήθελε να γυρίσει να τα πάρει. «Βρε πατέρα, να πάμε να φύγουμε. Λεφτά θα ξανακάνουμε», είπε ο γιος του. αλλά αυτός δεν άκουσε. Γύρισε πίσω, πήρε λεφτά, αλλά στο δρόμο τον τρακάρανε οι Τούρκοι και τον σκότωσαν στον τόπο... Πόμεινε δραγάτης εκεί πέρα...»
Η επόμενη εικόνα που θυμάται είναι στο καράβι. «Μας πήραν και μας βάλαν σε ένα βαπόρι. Σαν τα σκυλιά. Θυμάμαι που ένας «κύριος» ήθελε να με πετάξει στη θάλασσα γιατί τον εμπόδιζα, λέει, και έκανα φασαρία. Εγώ μικρός ήμουν, τσαλαβουτούσα, έτρεχα... Μια γυναίκα είχε και ένα μωρό η κακομοίρα. Πεινούσε κι έκλαιγε το μωρό. Τι να φάει; Το βυζί σκέτο; Οι άλλοι επαναστατήσανε. Βρε αμάν, βρε ζαμάν... Ωσπου αυτή βγάζει το μαντήλι και πνίγει το μωρό!», μας λέει. «Η μάνα μου μού λεγε ότι την ώρα που έμπαινε στο καράβι μια γυναίκα είχε ένα μωρό και μια κολοκύθα. Και της λένε, πέτα κάτι για να μπεις. Και εκείνη πέταξε το μωρό. Κι όταν τη ρώτησαν τους είπε: «Σπόρο για μωρό έχουμε. Για κολοκύθα όχι...» Απιστευτη καταστροφή...», λέει η αδερφή του.
«Καμιά φορά, φτάσαμε σε ένα μέρος, σε ένα σπίτι στη Χίο που εκεί είχαμε ξαναπάει στον πρώτο διωγμό –στους Παϊδούσηδες, έτσι τους λέγανε. Μείναμε 18 μήνες περιμένοντας τον πατέρα μου. Όταν γύρισε από αιχμάλωτος, η Χίος δεν του άρεσε και άκουσε ότι κάποιος πατριώτης είχε έρθει στην Κρήτη και είχε βάλει πολλά καπνά. Αποφάσισε λοιπόν να έρθει στο Ηράκλειο να δουλέψει».
Λίγο καιρό μετά, ακολούθησε η οικογένεια... «Αλλά ο πατέρας μου δεν ήθελε προκοπή στο Ηράκλειο. Περίμενε ότι θα ξαναπάει πίσω, όπως την πρώτη φορά. Αλλά δυστυχώς ξέμεινε...», συμπληρώνει η κυρία Ευαγγελία. «Αυτό που θυμάμαι πάντα είναι να πίνουνε ουζάκια και να λένε μια ευχή «Άντε, και καλή πατρίδα», μας λέει. «Ήμασταν μικρά και τα θυμόμαστε σαν παραμύθια. Αργότερα καταλάβαμε πόσα πράγματα μας έλεγαν για τα Αλάτσατα, ιστορίες για την πατρίδα που χάσανε...»
Οι Κρητικοί τους έλεγαν «σφίγγες», αλλά μετά τους αγάπησαν. «Εκ των υστέρων, καταλάβανε ότι εμείς τους κάναμε ανθρώπους. Αυτοί ήταν αξημέρωτοι, με τα ζώα κοιμότανε, φορούσαν τσόκαρα ή στοιβάνια. Θυμάμαι που εμείς κάναμε ψωμί με αλεύρι χάσιμο. Και πήγαινα στο σχολειό με ψωμί και μου λεγε ένας συμμαθητής μου «να σου δώσω παξιμάδι να μου δώσεις μαλακό ψωμί;» Έτσι το λέγανε. «Μαλακό».
Ο κ.Χρήστος ξαναπήγε στα μέρη του. «Βρήκαμε πολλούς τουρκοκρητικούς, καλούς ανθρώπους, μιλήσαμε... Τι φταίνε κι αυτοί; Πολιτικά ήταν τα παιχνίδια»
Παναγιώτα Αλεξάνδρου-Στρογγύλη
Μόλις ενός έτους ήταν στο διωγμό, αλλά ακόμη θυμάται το μπαούλο που έσερνε η μητέρα της όταν έφευγαν από το χωριό τους. Το Ληβίσι ήταν το ορεινό χωριό της Μάκρης και οι Έλληνες έπρεπε να φύγουν από εκεί περπάτησαν μέχρι το επίνειο... «Τον πατέρα μου τον είχαν πάρει αιχμάλωτο οι Τούρκοι. Όπως και όλους τους άνδρες του χωριού. Νέους, γέρους, όλους... Το χωριό μας είχε κάμπους και περιβόλια. Ήταν ωραίο μέρος. Όταν βγήκε η απόφαση να φύγουμε, μας έλεγαν να μην πάρουμε πολλά πράγματα γιατί θα ξαναγυρνούσαμε... Η μαμά μου λοιπόν πήρε ένα μπαουλάκι. Το θυμάμαι με τρίχινο τούλι να το σέρνει ως τη Μάκρη που μπήκαμε στο καράβι», μας λέει η Παναγιώτα Αλεξάνδρου-Στρογγύλη.
Το ταξίδι τους από την Μικρά Ασία έληξε στη Δραπετσώνα. «Από εκεί μας σκορπίσανε. Εγώ ήμουν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας. Πέντε παιδιά κάνανε οι γονείς μου. Αλλά το μικρότερο αδερφάκι μου πνίγηκε στο αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής...»
Τρία χρόνια μετά, στη Δραπετσώνα είχε μια αναπάντεχη συνάντηση. «Δούλευε η μάνα μου στο σπίτι και εγώ ήμουν στην αυλίτσα. Και βλέπω έναν άνδρα να ανεβαίνει και η ξαδέρφη μου φώναζε ότι ερχόταν ο θείος της. Και τότε λέω στη μάνα μου «Μητέρα, έρχεται ο πατέρας μου» και μας αγκάλιασε... Τρία χρόνια μετά, ο πατέρας μου είχε επιστρέψει σπίτι», θυμάται.
Έκανε πολλές δουλειές στη ζωή της. Δούλεψε στα λιπάσματα Πειραιά, στο υφαντουργείο. «Μετά, φύγαμε από εκεί και ήρθαμε στο Νέο Ληβίσι Ωρωπού. Υπήρχαν καλόγριες εκεί και μας φιλοξένησαν. Μετά έφυγαν. Σιγά-σιγά, φτιάξαμε το σπίτι μας...»
Το 1940 πατρεύτηκε τον Σμυρνιό Αλέκο Αλεξάνδρου. «Παντρεύτηκα Μάρτιο και τον Οκτώβριο τον πήρανε φαντάρο», μας λέει. Ζήσαν τελικά στο Πλατανάνι, το γνωστό Μουρίκι. «Τι τα θες; Βασανισμένη ζωή. Ζήσαμε δύσκολα και με μεγάλη ταλαιπωρία. Οι ντόπιοι μας φωνάζαν στην αρχή «τουρκαλάδες». Μετά κατάλαβαν την αξία μας και μας αγάπησαν. Τους αγαπήσαμε κι εμείς...»
Στο καφενείο του Ατσαλένιου
Η φιλία τους κρατάει περισσότερο από μισόν αιώνα. Αχώριστοι φίλοι, που ξεκίνησαν με τις οικογένειές τους από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας και έφτασαν στο Ηράκλειο της Κρήτης. Άγνωστοι τότε, βίοι παράλληλοι, κοινός τους τόπος η προσφυγιά.
Τους ξανασυναντήσαμε στο καφενείο της πλατείας του προσφυγικού προαστίου που λέγεται Ατσαλένιο. Εκεί, ο Λευτέρης Λιβαδίτης, ο Αργύρης Σινάνης και ο Γιάννης Φωνιάς μας διηγήθηκαν τις ιστορίες τους. Μαζί τους και ο Γιώργος Μασέλης, που γεννήθηκε στην Κρήτη, αλλά θυμάται πολλά από τις διηγήσεις των δικών του γονιών που ήρθαν από τα Βουρλά.
Λευτέρης Λιβαδίτης
Είναι βαφτισμένος Ελευθέριος Βενιζέλος. Ολόκληρο. Η αγάπη των γονιών του για τον Έλληνα πολιτικό ήταν τόση, που θέλησαν να τον τιμήσουν δίνοντας το (πλήρες) όνομά του στο γιο τους.. “Όταν όμως ήρθαμε στο Ηράκλειο, ο παπάς που με έγραφε στο δημοτολόγιο ήταν βασιλικός και δεν ήθελε τον Βενιζέλο. Γι' αυτό με έγραψε Ελευθέριο. Και σήμερα με φωνάζουν Λευτέρη”, εξηγεί.
Γεννήθηκε το 1916 από πατέρα Βουρλιώτη και μητέρα Κρητικιά. “Ο πατέρας μου δεν ήθελε να πάει στρατιώτης και είχε φύγει από τη Μικρά Ασία. Είχε έρθει στην Κρήτη, όπου γνώρισε τη μητέρα μου και παντρευτήκανε”, μας λέει. “Εδώ η μάνα μου δεν ήξερε τίποτα. Στη Μικρασία, όλοι ήταν μορφωμένοι. Ήξεραν τέλος πάντων πολλά πράγματα. Η μάνα μου δεν ήξερε ούτε γουβαρλάκια να κάνει, ούτε παστίτσιο, ούτε βελονάκι ή φουαντρί. Μόνο ζώα και αργαλειό. Για το λόγο αυτό, ο πατέρας μου την έστειλε στα Βουρλά, για να μάθει... Εκεί ζήσαμε την καταστροφή”, μας λέει.
Όταν η μητέρα του πήγε το 1920 στη Μικρασία ήταν ήδη έγκυος στον γιο της. “Ο μπαμπάς μου δεν πρόλαβε να έρθει να μας βρει. Πήγε μια μέρα στο χωράφι η μάνα μου και είδε ότι ο ελληνικός στρατός οπισθοχωρούσε. Το χωράφι ήταν ανάμεσα στα Αλάτσατα και το Βουρλά Νταούτ Αλάνι, όπως το λέγανε. Και τότε είπε η μητέρα μου στον παππού μου: “Πατέρα, έχεις μισό καϊκι γιατί είσαι κοντραμπατζής. Πάμε να φύγουμε, δεν είναι καλά τα πράγματα. Πάρε τις κουνιάδες και την πεθερά μου και πάμε να φύγουμε”. Αλλά ο παππούς μου δεν ήθελε να φύγει και να αφήσει τόση περιουσία. Και τότε είπε η μάνα μου “φεύγω”. Φύγαμε δύο μέρες πριν από την καταστροφή... Εγώ ήμουν ενός έτους”.
Πολιτικά είναι τα σχόλια του κυρίου Λευτέρη. “Ο Κεμάλης όταν έγινε η κατάληψη στην Τουρκία ήταν έτοιμος να τα παραδώσει. Οι Εγγλέζοι όμως έκαναν το κακό. Του είπαν ότι θα τον στηρίξουν και του έδωσαν 11 μεραρχίες. Αν δεν ήταν ο μακαρίτης ο Πλαστήρας δεν θα γύριζε κανένας”, τονίζει. “Αν δεν γινόταν η ανταλλαγή, σήμερα η Τουρκία δεν θα ήταν Τουρκία. Γιατί οι Τούρκοι είναι τεμπέληδες και αγράμματοι, οι Έλληνες ήταν εργατικοί και τους έπαιρναν όλοι στις δουλειές τους”, μας λέει.
“Σιγά-σιγά αγοράζανε οι Έλληνες την τουρκική περιουσία. Ξέρετε πώς; Παίρνανε μια χρονιά ένα χωράφι μισάρικο. Μισάρικο σημαίνει, πάρ' το, φύτεψέ το και στα τρία χρόνια, το μισό θα είναι δικό σου και το μισό δικό μου”, εξηγεί ο Γιώργος Μασέλης. “Έπαιρνε το μισό ο Έλληνας. Μετά, όμως, ο άλλος δεν το καλλιεργούσε το υπόλοιπο. Μαράζωνε. Ο Έλληνας αγόραζε και το υπόλοιπο. Κι έτσι, η γη περνούσε σε χέρια Ελλήνων που ήταν άξιοι άνθρωποι και προκομμένοι”, εξηγεί.
“Αλλά την Αντάντ δεν τη συνέφερε το ελληνικό στοιχείο να αποκτά δύναμη. Η καταστροφή μας ήταν οι ξένοι. Εμείς δεν θέλαμε να φύγουμε...” συμφωνούν και οι δύο.
Αργύρης Σινάνης
“Ο πατέρας μου λεγόταν Σωτήριος και η μητέρα μου Αναστασία Σκαφίδα. Μένανε στα Βουρλά και είχανε τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Εγώ ήμουν ο πιο μικρός”, διηγείται ο Αργύρης Σινάνης που γεννήθηκε το 1921 στα Βουρλά. “Δεν είχαμε πολλούς Τούρκους εμείς στο χωριό, ήταν η συντριπτική πλειοψηφία Έλληνες. Ο πατέρας μου είχε αμπέλια, ήταν γεωργός...”, μας λέει.
Κατά τον διωγμό, ο βενιαμίν της οικογένειας ήταν μόλις ενός έτους. Ο πατέρας του ήταν αιχμάλωτος και όλο το βάρος του φευγιού είχε πέσει στη μάνα.
“Με κρατούσε αγκαλιά η μάνα μου, αλλά ήμουν βαρύς. Τα άλλα παιδιά περπατούσανε, ήμουν ο μόνος που ήθελα αγκαλιά. Και τότε πήρε η μάνα μου την πιο δύσκολη απόφαση. Για να σώσει τα υπόλοιπα παιδιά, σκέφθηκε να με αφήσει... Και όντως με αφήσανε. Αλλά η αδερφή μου έκλαιγε στο δρόμο “Αφήσαμε το μωρό, το μωρό μας”. Αποφάσισε να γυρίσει πίσω να με πάρει. Έτσι και το έκανε... Χάρη σε αυτή κατάφερα να ακολουθήσω την οικογένειά μου. Μέχρι πέρσι που ζούσε, ήμασταν πολύ αγαπημένοι”, λέει συγκινημένος ο κ. Αργύρης.
Όταν έφτασαν στην Ελλάδα, η μητέρα του κυρίου Αργύρη θέλησε να βρει τον αδερφό της για να έχει τουλάχιστον μια οικογένεια. “Πήγαμε σε ολόκληρη την Ελλάδα για να τον βρει. Τελικά, τον εντόπισε στο Ηράκλειο και ήρθαμε κι εμείς... Αργότερα, το 1924, γύρισε και ο πατέρας μου από την αιχμαλωσία. Εδώ στο Ηράκλειο κάναμε μια καινούρια αρχή. Πήραμε κλήρο και σπίτι και ριζώσαμε”, μας λέει.
“Θυμάμαι που ήρθαμε στο Ατσαλένιο, αλλά τα σπίτια ήταν μισοτελειωμένα. Δεν είχαν ταβάνια, πόρτες. Οι δικοί μας τα τελειώσανε...”, διηγείται.
- Κύριε Αργύρη, θέλανε οι δικοί σας να γυρίσετε στη Μικρά Ασία;
- Μικρά Ασία και ξερό ψωμί, μας απαντάει σαν σύνθημα. “Γιατί εκεί ήταν πλούσιοι. Εδώ ταλαιπωρήθηκαν από τσι δικοί μας. Τα χωράφια της Κρήτης καλλιεργήθηκαν από εμάς. Οι Μικρασιάτες πολλαπλασίασαν την παραγωγή, αξιοποίησαν τα χωράφια.
Γιάννης Φωνιάς Τον παππού του τον λέγανε Ιωαννίδη, αλλά η δυνατή του φωνή του προσέδωσε το ψευδώνυμο “Φωνιάς”, που έμεινε. Γεννημένος το 1929 στα Βουρλά, σήμερα, ο κύριος Γιάννης μένει στο Ατσαλένιο.
“Όταν φύγαμε, ο πατέρας μου ήταν αιχμάλωτος. Στο δρόμο, η μάνα μου έχασε την κόρη της που ήταν 12 ετών. Οι υπόλοιποι πήραμε καράβι για τον Άγιο Νικόλαο. Λίγο μετά, ο πατέρας μου κατάφερε να δραπετεύσει και ήρθε κι εκείνος στο Ηράκλειο. Μάθαμε ότι ήρθε και τον ψάξαμε. Σμίξαμε στο δρόμο!”, μας λέει.
Δεν θυμάται και πολλά πράγματα ο τότε μικρός Γιάννης. Αυτό που θυμάται όμως είναι οι ντόπιοι. “Εκεί που δένανε τους γαϊδάρους, εκεί κάνανε και την ανάγκη τους. Ήταν αξημέρωτοι οι Κρητικοί. Υπήρχαν εδώ αραπάδες με κελεμπίες και ταχτάδες... οι Μικρασιάτες έφεραν τα σουλτανιά σταφύλια. Τους έμαθαν να καλλιεργούν και να κλαδεύουν”, μας λέει. “Οι γονείς μου έλεγαν ότι οι Τούρκοι είναι άκακος λαός. Αλλά πως οι κυβερνήσεις τους ήταν κακές, ακόμη και τώρα. Οι Τούρκοι δούλευαν ως παραγιοί στους Μικρασιάτες. Αν δεν είχαν τη βοήθεια των Άγγλων, δεν θα τα κατάφερνε ούτε ο Κεμάλ”, μας λέει.
Οι περισσότεροι, στα λίγα πράγματα που επέλεξαν να πάρουν καθώς έφευγαν από τα πατρογονικά, ήταν μια εικόνα... Ρωτάμε τον κύριο Γιάννη αν οι Βουρλιώτες ήταν πιστοί στο Θεό και μας απαντά με μια ιστορία: “Υπήρχε ένα παιδί στα Βουρλά, που του βάλανε φέσι και το τουρκέψανε. Κι όταν πήγε να δει τη μάνα του, εκείνη του πε” Δε σε γνωρίζω, ο γιος μου δε φοράει φέσι...” Το παιδί λοιπόν συνήλθε και κατάλαβε τι είχε κάνει. Πήγε λοιπόν στο Άγιο Όρος και έγινε καλόγερος. Όταν γύρισε στα Βουρλά, ο Τούρκος τον εκβίαζε να γίνει Τούρκος και τελικά τον έσφαξε και τον πέταξε στο πηγάδι. Τρεις φορές τον πετάξανε, τρεις φορές βλέπανε τον Νεκτάριο να στέκεται πάνω από το πηγάδι. Το παιδί είχε αγιάσει. Ήταν ο Άγιος Νεκτάριος των Βουρλών, την εκκλησία του είχαμε εμείς στα Βουρλά. Και σήμερα, ένα Κλείτος της εκκλησίας της Παναγίας στο Ηράκλειο που έχτισαν οι Μικρασιάτες είναι αφιερωμένο σε εκείνον”.
Λάζαρος Εφραίμογλου
Έζησε την καταστροφή όταν ήταν τεσσάρων χρονών και ζούσε με την οικογένειά του στη Σμύρνη. Ως κάτοχοι γαλλικών διαβατηρίων, ο Λάζαρος Εφραίμογλου και η οικογένειά του ήταν από τους «τυχερούς» που δεν έζησαν τις σκηνές φρίκης στην προκυμαία της Σμύρνης. Ωστόσο τα όσα έζησε στη συνέχεια μαρτυρούν μια ζωή γεμάτη αντιθέσεις και ανατροπές...
Καρπός ενός μεγάλου έρωτα που θυμίζει παραμύθι, ο Λάζαρος Εφραίμογλου εξιστορεί πώς η γονείς του βρέθηκαν στο Παρίσι, όπου γεννήθηκε και ο ίδιος. «Ο πατέρας μου ήταν αρκετά μορφωμένος, όπως και η μητέρα μου. Ο πατέρας μου είχε αποφοιτήσει από την Ροβέρτειο Σχολή, μια από τις καλύτερες σχολές τότε στην Πόλη. Η μητέρα μου είχε τελειώσει στη Σμύρνη το Παρθεναγωγείο, από όπου είχε τον τίτλο της δασκάλας. Επειδή ήταν πολύ μορφωμένος ο πατέρας μου και είχε την τουρκική υπηκοότητα –όπως άλλωστε και οι υπόλοιποι Έλληνες της Μικράς Ασίας- οι Τούρκοι ήθελαν να τον πάρουν αξιωματικό στον τούρκικο στρατό. Αλλά εκείνος δεν είχε καμιά διάθεση να πάει και γι’ αυτό αποφάσισε να το σκάσει», διηγείται ο κύριος Λάζαρος. «Πήγε στη Γαλλία, με πολλές δυσκολίες. Μαζί του είχε έναν φίλο του, συμφοιτητή του, ο οποίος είχε δεσμό με την αδερφή της μητέρας μου. Και ο πατέρας μου όταν πήγε στη Γαλλία είχε δεσμό με τη μητέρα μου... Η οικογένεια της μητέρας μου αποφάσισε να φύγει για την Αμερική. Αλλά, η ερωτευμένη μητέρα μου, αντί να μπει στο καράβι για την Αμερική μπαίνει με τη φιλενάδα της που τα είχε με το φίλο του πατέρα μου στο άλλο βαπόρι που πήγαινε Μασσαλία. Σκεφτείτε εκείνην την εποχή μια κοπέλα 17 ετών να κάνει τέτοιο πράγμα! Σήμερα το κάνει κάποια κοπέλα; Τραβηγμένο. Πήγαν λοιπόν τση Γαλλία και τους βρήκαν τελικά στο Παρίσι. Εκεί παντρεύτηκαν, εκεί γεννήθηκα και εγώ...»
Το αγαπημένο ζευγάρι ήταν πια τα... «μαύρα πρόβατα» για τις οικογένειές τους. «Ο πατέρας μου ήταν πια αποδιοπομπαίος από την οικογένεια του γιατί ήταν ο βενιαμίν... Αποδιοπομπαία και η μητέρα μου από την οικογένεια της γιατί τους άφησε για να πάει να βρει τον καλό της και η οικογένειά της ήταν στην Αμερική...», εξηγεί.
Ο Λάζαρος Εφραίμογλου γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1918. «Και τότε λοιπόν, ο πατέρας μου γράφει στους γονείς του ότι απέκτησαν εγγονό, τον βάφτισαν μάλιστα και του έδωσαν το όνομα Λάζαρος και ο παππούς συγκινήθηκε... Τους κάλεσε να γυρίσουν πίσω στη Σμύρνη για να ζήσουν όλοι μαζί αγαπημένοι...».
Ο παππούς του ήταν πάρα πολύ πλούσιος την εποχή εκείνη. «Σκεφτείτε ταξίδευε και πήγαινε στο Μάντσεστερ στην Αγγλία και είχε συνεργασία με κάποιον οίκο μόδας. Εκανε εισαγωγές σε βελούδα και άλλα υφάσματα και πράγματα. Είχε καταστήματα στην Πόλη, τα Σπάτα, το Ικόνιο και τη Σμύρνη. Το να έχεις αλυσίδα καταστημάτων την εποχή εκείνη, ήταν μεγάλη υπόθεση...», μας λέει.
Οι γονείς του κυρίου Εφραίμογλου έφτασαν στη Σμύρνη λίγες μέρες πριν από την καταστροφή. «Για να ευχαριστήσει το ζευγάρι ο παππούς μου πήγε -ήταν 2-3 μέρες πριν από την καταστροφή της Σμύρνης- και αγοράζει μια νεόκτιστη οικοδομή στην παραλία της Σμύρνης. Το κάνει δώρο στον πατέρα μου. Ο πατέρας μου, η μητέρα μου ενθουσιασμένοι. Αλλά δεν πρόλαβαν να τη χαρούν...»
Τα γαλλικά διαβατήρια έκανε πιο εύκολη τη φυγή τους. «Η μητέρα μου ήταν πολύ καπάτσα και ικανή. Πήγε στο γαλλικό προξενείο, το οποίο φρόντισε να τους επιβιβάσει σε γαλλικό καράβι και πήγανε στη Συρία και το Λίβανο. Από την καταστροφή δεν θυμάμαι τίποτα. Το μόνο που θυμάμαι είναι όταν φτάσαμε στο Λίβανο, τους αραπάδες που κάθονταν με τις κελεμπίες τους. Ήταν όλοι βρόμικοι, με μύγες. Αυτά τα θυμάμαι, γιατί ήμουν αλλιώς μαθημένος και με τραβούσε η μητέρα μου από το χέρι να είμαι μακριά να μην πλησιάζω, να μην έχουν αρρώστιες και κολλήσω....», μας λέει.
Κάποτε, ο πατέρας της οικογένειας αποφάσισε ότι έπρεπε να επιστρέψουν στην Ελλάδα. «Μπήκαμε τότε σε ένα βαπόρι με προορισμό τον Πειραιά. Έτυχε όμως το πλοίο να περάσει από το Ηράκλειο για να βάλει κάρβουνο. Τότε τα πλοία δεν μπαίνανε στο λιμάνι, οι επιβάτες μπαίνανε σε βάρκες για να φτάσουν στη στεριά. Μπαίνει λοιπόν σε μια βάρκα ο πατέρας μου και βγαίνει στο Ηράκλειο. Και ήταν η πρώτη φορά που πάτησε ελληνικό έδαφος. Όταν το έλεγε, ανατρίχιαζε. Λοιπόν, γυρίζει με τη βάρκα στο πλοίο και λέει στη μητέρα μου «Θα μείνουμε εδώ». Είχε σκεφτεί να μην πάει στην Αθήνα όπου θα ήταν ο πατέρας με τα αδέρφια του για να μην τους γίνει βάρος», συγκινείται ο κύριος Λάζαρος.
«Θυμάμαι την πρώτη βραδιά. Είναι μια εκκλησία, του Σωτήρος λέγεται, και μας βάλανε εκεί. Ήταν κάπου στην οδό Έβανς. Εκεί μείναμε, στην εκκλησία. Την επόμενη όμως, η μητέρα μου πανέξυπνη, πήγε και βρήκε το νομάρχη και του είπε ποιοι ήμασταν, από πού ερχόμασταν και ο νομάρχης φρόντισε και της έδωσε ένα καλό σπίτι για να μείνουμε. Το σπίτι το λέγανε ντεκέ, ήταν ένα μεγάλο οίκημα που πριν έμεναν Τούρκοι, ήταν ψηλά στην οδό Έβανς. Αλλά η φτώχεια, δεν περιγράφεται... Θυμάμαι -δεν ξέρω πώς- αποκτήσαμε μια κότα και όταν γεννούσε το αβγό ήταν η χαρά μας που είχαμε αυγό να φάμε εγώ και ο αδερφός μου…»
Αν και καλομαθημένος, ο πατέρας του έπρεπε να κάνει όποια δουλειά για να ζήσει. «Ο τόσο μορφωμένος, ο τόσο μοσχαναθρεμένος, ο πατέρας μου σκέφτηκε να αγοράσει ένα γαϊδούρι. Με ένα μάτι το πήρε, γιατί ήταν πιο φθηνό. Του βάζει δύο βιτρίνες δεξιά και αριστερά, δαντέλες, ψιλικά, καρφίτσες, τούλι και γύριζε στις γειτονιές. Τα πουλούσε για να μπορέσει να μας ζήσει...».
Η επόμενη εικόνα που θυμάται ο κύριος Λάζαρος ήταν μια ωραία ντυμένη κυρία να τους αναζητεί... Ήταν η γιαγιά του που έφτασε στην Κρήτη για να βρει το γιο της και τον εγγονό της... «Η γιαγιά μου άρχισε να πηγαίνει και να ψάχνει, χανόταν στο Ηράκλειο. Μια μέρα έρχεται και μας λέει: «Αγόρασα ένα μαγαζί. Να έχει να ζει ο εγγονός μου ο Λάζαρος». Ύστερα από αυτό η ζωή της οικογένειας έγινε ευκολότερη...
Θανάσης Σταγκόπουλος «Μπράβο στον Βενιζέλο! Αποφάσισε να φέρει τους Μικρασιάτες στην Ελλάδα -και να τους αντικαταστήσει με τους Τούρκους που ήταν χιλιάδες εδώ- για να μην τους πετσοκόψουν. Οι Έλληνες από την Κωνσταντινούπολη και τα νησάκια δεν ήταν α
νταλλάξιμοι... Αλλά φαίνεται πως οι γονείς μου αποφάσισαν να φύγουν γιατί φοβήθηκαν...»
Με αυτό το πολιτικό σχόλιο ξεκίνησε η κουβέντα μας με τον Θανάση Σταγκόπουλο. Ο 92χρονος ζει σήμερα στο Λαύριο, αλλά θυμάται με κάθε λεπτομέρεια τη ζωή του στην πατρίδα του, την Πρίγκηπο.
«Οι αδερφές του πατέρα μου είχαν ξενοδοχείο στην Πρίγκιπο, το νησάκι της Κωνσταντινούπολης. Εκεί γεννήθηκα κι εγώ και ήρθα 4 χρονών εδώ. Την Πρίγκιπο την ξέρετε; Ένα όνειρο. Τα θυμάμαι όλα. Πώς είναι δυνατόν εγώ τώρα, τόσο μικρό παιδί να θυμάμαι τέτοιες λεπτομέρειες... Να είναι μέσα στο μυαλό μου το σπίτι με τα κεραμύδια, το παράθυρο, η πόρτα με τρία- τέσσερα σκαλάκια. Το σπίτι μας είχε μια μουριά τεράστια με πολλά μούρα και ένα πηγάδι. Το περιβόλι είχε 80 μέτρα μήκος. Στο ένα μέρος του περιβολιού είχε ένα τείχο και εκεί φύτευε τα πάντα ο πατέρας μου. Στις άκρες του περιβολιού είχε συκίτσες μικρές, άλλα γόνιμες, κάνανε σύκα. Το νησί είναι υπέροχο, γεμάτο κουμαριές. Πήγαινε συχνά για κυνήγι ο πατέρας μου», λέει ο κύριος Σταγκόπουλος. «
Ο πατέρας του ο Γιώργος ήταν εκλεκτός υποδηματοποιός κι είχε κι ένα μάστορα δίπλα του. Έφτιαχνε παπούτσια στους Τούρκους στους ΄Ελληνες. Καλή θέση, καλό εμπόριο. «Η μαμά μου λεγόταν Ευδοκία. Είχα ακόμη ένα αδερφό, τον Αντώνη, 3 χρονών. Η μάνα μου πολλές αδερφές κι έναν αδερφό. Γιώργο τον λέγανε και έμενε στην πόλη αυτός κι έπαιζε και ποδόσφαιρο. Ο πατέρας μου δε, όταν ήταν νεαρός του είχε πάρει δύο τσουβάλια καρύδια με τα φλούδια και τα πουλούσε να κάνει χαρτζιλίκι. Όλα τα θυμάμαι. Αφού όταν ήρθαμε στο Λαύριο, μου είπε η μαμά μου να ζωγραφίσω το σπίτι μας στην Πρίγκηπο. Λέει ο πατέρας μου «σιγά μην τα θυμάται, τεσσάρων χρονών παιδί, τι να σου κάνει;». Όταν λοιπόν το ‘φτιαξα το σχέδιο, ο πατέρας μου σάστισε. Τα φτιαξα όλα!»
Η ζωή τους με τους Τούρκους του νησιού ήταν αρμονική. «Οι Έλληνες της Πριγκήπου ήταν αφεντάδες των Τούρκων. Δουλεύανε σε εμάς. Μια μέρα ακούμε πέτρες στα κεραμύδια. Ο πατέρας μου τραβάει το γιαταγάνι –τι να γινήκανε αυτά τα όπλα;- και βγήκε. Του λέει η μάνα μου: «Περίμενε, μη βιάζεσαι. Βγαίνει και βλέπει δυο Τούρκους. Τους λέει: «Τι σας κάναμε και μας πετάτε πέτρες στα κεραμύδια;» και του απαντάνε: «Μας έβαλε ο Ξύδας, αυτός που είχε από πάνω το σπίτι του. Αυτός είχε ένα λαντό, ένα κάρο με άλογάκι και έκανε τον τουριστικό γύρο του νησιού, τον μεγάλο και τον μικρό. Πάει λοιπόν η μάνα μου και τους λέει τούρκικα. «Γονατίσανε οι Τούρκοι τότε και λένε ήμαρτον...»
Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, ο πατέρας του κυρίου Θανάση ως υποδηματοποιός υπηρέτησε στην «γκράβα», εκεί που έφτιαχναν αρβύλες του στρατού. «Εκεί πήγε όταν έγινε ο πόλεμος, Όλοι οι άλλοι Έλληνες πήγανε να κάνουνε «αμελέ ταμπουρού», χαρακώματα, δεν επέζησε κανένας. Μεγάλη τυραννία. Αλλά ο μπαμπάς μου δεν πήγε γιατί ήταν τεχνίτης και τον είχαν ανάγκη».
Όταν φύγανε ήταν 4 χρονών. «Μπήκαμε σε ένα καϊκι μεγάλο. Το λιμάνι εκεί είχε κάγκελα και όλοι οι Έλληνες ήταν πίσω από τα κάγκελα. Και μετά μας πήγαν στο «Αβέρωφ». Όλοι οι Έλληνες κλαίγανε. Αν με ρωτάτε πάντως τώρα, θα σας έλεγα πως από κουταμάρα μπήκαμε στα καϊκια. Τη Σμύρνη και το Κορδελιό τα παραδώσανε οι Ιταλοί και οι Γάλλοι, οι μεγάλες Δυνάμεις. Οι Έλληνες της Πόλης δεν ήταν ανταλλάξιμοι. Αλλά ο πατέρας μου φοβήθηκε...»
Ένα μήνα ταξίδευε το πλοίο για το Λαύριο. «Τελικά ήρθαμε με το βαπόρι που το λέγανε «Καβάλα». Μόλις ήρθε εδώ διέλυσε, τόσο σαπιοκάραβο ήταν... Στον ένα μήνα που ήμασταν εκεί πάνω, κάποιοι πέθαναν και τους ρίχναμε στη θάλασσα...Μας πήγαν πρώτα στη Ψυτάλλεια που είχε λέει λουτρά να απολυμάνουν τα ρούχα. Και με βάλανε εμένα, 4 χρονών, με τις γυναίκες! Πωπω! Αλλά δεν είχα πονηρές σκέψεις, μικρός ήμουν. Εν τέλει μας φέρανε στο Λαύριο».
Στην ερώτηση πώς ήταν τότε ο Λαύριο, ο κύριος Θανάσης γελάει. «Ήταν το μαύρο Λαύριο. Δουλεύανε όλοι οι άνθρωποι στη γαλλική εταιρία και ήταν μαύροι από το κάρβουνο και τα νταμάρια. Πεθαίναν από την πείνα, την κακουχία και τις αρρώστιες των μεταλλίων. Εγώ δούλεψα στην γαλλική εταιρία μετά, αλλά ως μηχανικός», θυμάται. «Μείναμε στην αρχή κάτω στην πλατεία, σε μια μεγάλη αποθήκη. Μετά κάνανε στη θάλασσα τσαντίρια και μεταφερθήκαμε - τα λούκια φαινόντουσαν μετά από πολλά χρόνια, αλλά τελικά τα κατέστρεψαν. Μετά, χτίσανε τον συνοικισμό με τα αμίαντα. Ο πατέρας μου ξανάρχισε να δουλεύει ως τσαγκάρης».
Σχολείο πήγε στο Λαύριο. Τελείωσε με άριστα το Δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο. Σπούδασε και μηχανικός.
«Ο πόθος μου, ο μεγάλος μου καημός είναι να πάω στην Πρίγκιπο. Να δω αν υπάρχει το σπίτι μας, η μουριά μας... Αλλά μέχρι τώρα δεν τα κατάφερα και δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω...»
Ευάγγελος Καρύδης & Άρτεμις Γρηγοριάδη
Ένα ζευγάρι αγαπημένο εδώ και 61 χρόνια. Η Άρτεμις Γρηγοριάδη και ο Ευάγγελος Καρύδης ζουν σε ένα όμορφο σπίτι γεμάτο αναμνήσεις στο Νέο Βουτζά... Μικρασιάτες και οι δύο, με παράλληλες πορείες, βρέθηκαν τελικά στην Αθήνα, για να ερωτευτούν και να παντρευτούν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο κύριος Ευάγγελος γεννήθηκε στη Σμύρνη. Στο διωγμό, ήταν μόλις δυόμισι ετών. Ο πατέρας του Σταύρος Καρύδης είχε γεννηθεί στη Λευκάδα, αλλά βρέθηκε στη Σμύρνη μάλλον για να εργαστεί. Ήταν κουρέας στο επάγγελμα.
«Το μόνο που θυμάμαι από το διωγμό ήταν ότι ήμουν πάνω στους ώμους κάποιου και πηγαίναμε σε ένα μπουλούκι, που έφευγε βαρετά. Πίσω μας βλέπαμε φωτιές...», μας λέει. «Ο πατέρας μου ήταν αιχμάλωτος. Ήμουν ο έκτος γιος της οικογένειας και είχα μια αδερφή, μεγαλύτερη κατά 10 χρόνια. Πώς χάθηκε ο πατέρας δεν ξέρω. Μέσω Ερυθρού Σταυρού προσπαθήσαμε να τον βρούμε αργότερα. Η αδερφή του μας έλεγε πως όπως φεύγαμε, τον έβλεπε να έρχεται κι εκείνος, αλλά κάποιοι τον τράβηξαν και τον πήραν. Ήταν μόλις 51 ετών...», θυμάται.
Στην αρχή πήγαν στη Νάξο. «Βρεθήκαμε στο νησί, μας φιλοξένησαν. Θυμάμαι τη θάλασσα και ηλικιωμένους καλοντυμένους κύριους με καπέλο και μπαστούνι να με κρατούν από το χέρι και να προχωράμε...». Ο επόμενος σταθμός ήταν στην Αθήνα, στα προσφυγικά του Πολύγωνου.
«Στο Πολύγωνο θυμάμαι που μου μάθαινε η μάνα μου τα πρώτα μου γράμματα. Θυμάμαι την ξύλινη καρέκλα, την πρόχειρη στέγη, ξύλινη μάλλον και απέναντι ένα σχολείο. Με πήγε για να γραφτώ, αλλά είπαν πως ήμουν μικρός. Και έτσι, ακολουθούσαμε το πρόγραμμα του σχολείου. Κάναμε τα ίδια διαλείμματα, τις ίδιες ώρες μαθήματος... Και μετά φύγαμε για τον Βύρωνα, όπου στον συνοικισμό που ήταν χωρισμένος σε τετράγωνα που είχαν ονόματα-γράμματα της αλφαβήτου και μας έδωσαν ένα σπίτι εκεί. Εμείς μέναμε το Κάπα. Δε νιώσαμε «διαφορετικοί» γιατί τα περισσότερα παιδιά στην περιοχή ήταν προσφυγόπουλα, κυρίως από τη Σμύρνη. Γύρω στο ’30 άρχισαν να χτίζονται σπίτια στον Υμηττό και μεταφερθήκαμε εκεί. Αυτό το σπίτι ήταν καλύτερο από το προηγούμενο...», μας λέει.
Ο κ. Καρύδης φοίτησε στη Σχολή Ικάρων και διέπρεψε ως πιλότος των ελληνικών μαχητικών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πορεία του στην Πολεμική Αεροπορία ήταν λαμπρή και έφτασε στα υψηλά κλιμάκια της ηγεσίας.
Η σύζυγος του κυρίου Καρύδη, Άρτεμις γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1919 στην Σμύρνη. Η μητέρα της ήταν από το Σεβδίκιοϊ και ο πατέρας της από τη Σμύρνη. «Ο πατέρας μου δούλευε σε ξένη εταιρία χαλιών, την πασίγνωστη Oriental Carpets, η οποία είχε καταστήματα στην Αίγυπτο και την Ελλάδα. Για το λόγο αυτό, ο πατέρας μου είχε διαβατήριο γαλλικό», θυμάται η κυρία Άρτεμις.
«Στον διωγμό θυμάμαι τη φωτιά. Η πυρκαγιά τέλειωσε στο σπίτι μας. Μόνο αυτό δεν έκαψε. Εγώ, ο αδερφός και η μητέρα μου χαθήκαμε. Με τη γιαγιά μου εγώ πήγα Θεσσαλονίκη, ενώ ο αδερφός και η μαμά μου στη Μυτιλήνη. Ο πατέρας μου ήταν στο Παρίσι... Μετά συναντηθήκαμε και μείναμε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου...», μας λέει. «Τρία χρόνια μετά, μάθαμε ότι οι πρόσφυγες μπορούσαν να πάρουν σπίτι στην Ελλάδα και ήρθαμε στο Βύρωνα. Ήταν ένα δυόροφο σπίτι με δυο δωμάτια. Σε αυτό μείναμε ως το ’30... Ο θείος μου μάλιστα είχε καφενείο στο κέντρο του Βύρωνα, το «Καφέ Γρηγοριάδη».
Η καλή οικονομική κατάσταση της οικογένειας, επέτρεψε στην κυρία Γρηγοριάδη να φοιτήσει σε ιδιωτικό σχολείο. «Δε νιώσαμε προσφυγιά. Περνούσαμε με στερήσεις, αλλά δεν ξέραμε να ζούμε και αλλιώς», μας λέει.
Γνώρισε τον μετέπειτα σύζυγό της σε ένα πάρτυ πριν από την κήρυξη του πολέμου. «Μετά τον έχασα, είχε πάει στη Μέση Ανατολή ως πιλότος. Όταν με το καλό τελείωσε ο πόλεμος και γύρισε, ξαναβρεθήκαμε και παντρευτήκαμε. Έκτοτε ζούμε μαζί...».
Ευαγγελία Μιχαηλίδου
Το μεγάλο σπίτι τους με το χαγιάτι και την αυλή ήταν πάνω στον κεντρικό δρόμο της Σμύρνης. Παρά το φόβο που τής είχαν μεταδώσει οι γονείς τους για την τουρκική αστυνομία, η μικρή Ευαγγελία και ο αδερφός της κατάφερναν να ρίχνουν κρυφές ματιές στα τεκτενόμενα. Από εκεί, η Μπεμπίτσα όπως τη λέγανε τότε, μπόρεσε να δει τον ελληνικό στρατό να προελαύνει. Κι από εκεί είδε τη φωτιά τις ημέρες του διωγμού...
Η Ευαγγελία Μιχαηλίδου γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1916 στη Σμύρνη. Στην μεγάλη καταστροφή της Σμύρνης ήταν έξι χρονών. «Η μαμά μου μόλις είχε γυρίσει σπίτι με το νεογέννητο αδερφό μου. Είχε περάσει τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης της σε γειτονικό σπίτι γιατί εμείς τα δύο μεγαλύτερά της παιδιά ήμασταν άρρωστα και φοβόταν μην κολλήσει. Ο πατέρας μου ο Μανώλης Μιχαηλίδης ήταν καρεκλοποιός, τεχνίτης πολύ καλός, και είχε το μαγαζί του στον τουρκομαχαλά, ανάμεσα στους Τούρκους καταστηματάρχες», διηγείται η κυρία Ευαγγελία που σήμερα ζει στο Ηράκλειο. «Με τους Τούρκους τα πήγαινε καλά ο πατέρας μου. Κάποτε μάλιστα είχε έρθει η αστυνομία στο μαχαλά γιατί ένας γείτονας Τούρκος μαγαζάτορας είχε πολλά πράγματα στο δρόμο. Ο πατέρας μου μεσολάβησε για να μην του γράψει πρόστιμο. Και αυτό το εκτίμησε ο γείτονάς του. Αυτό μας έσωσε», λέει. «Όταν άρχισαν οι φασαρίες, αυτός ο Τούρκος έμπορος είπε στον πατέρα μου να φύγει. «Να φορέσεις φέσι να περνιέσαι για Τούρκος», του είπε. Και μάλιστα, άλλαξε τα στοιχεία στο φυλλάδιο της γέννησής του, να φαίνεται ότι είναι μεγαλύτερος για να μην τον πειράξουν».
Έτσι και κάνανε. «Ήρθε ο πατέρας μου από το σπίτι και μας λέει πως πρέπει να φύγουμε. Άρχισε η μαμά μου να μαζεύει πράγματα για να πάρει μαζί της –τι πράγματα δηλαδή; Λίγα ρούχα και μια εικόνα του Αγίου Φανουρίου. Εγώ πάλι πήγα στο υπόγειο να φυλάξω τα πασουμάκια μου... Τι άλλο να θέλω να σώσω εγώ ως παιδί; Με χάσανε όμως... Αφού πήγε η καρδιά τους να σπάσει, τελικά εμφανίζομαι κι εγώ. Αυτό έκανε τη μητέρα μου αυστηρότερη. «Να με κρατάτε από τη φούστα», μας είπε γιατί στην αγκαλιά της θα είχε το νεογέννητο. «Αν με αφήσετε θα σας χάσω», μας είπε κι εμείς δεν θέλαμε δεύτερη κουβέντα».
Άφησαν το σπίτι με την προοπτική πως θα ξαναγυρίσουν. «Γυρίζει ο πατέρας μου και λέει στη μάνα μου: «Πάρε και το κλειδί του σπιτιού για να ξαναγυρίσουμε»...». Δεν έμελλε να γυρίσουν ποτέ.
Ξεκίνησαν όλοι μαζί το περπάτημα προς την προκυμαία της Σμύρνης. «Δεν μας άφηναν να περπατήσουμε όπου θέλαμε. Σε σειρά. Η μαμά μου είχε το μωρό στην αγκαλιά. Και της κάνουν νόημα δυο Τούρκοι. Παγώσαμε, φοβηθήκανε μήπως θέλουν το μωρό. Τελικά, ήθελαν να τους δώσει τα δακτυλίδια της...».
Μεγάλη φάνηκε στην μικρή Ευαγγελία η διαδρομή. «Θυμάμαι πήγαμε πρώτα στο Κορδελιό. Και μια οικογένεια μας περιποιήθηκε. Και μετά συνεχίσαμε για τη Σκάλα. Εκεί μείναμε σε μια μεγάλη σάλα που ήταν μπυραρία. Ήταν γεμάτο πρόσφυγοι. Δεν θέλαν να μας βάλουν κι εμάς γιατί φοβόντουσαν ότι το μωρό θα έκλαιγε. Και πώς να μην κλαίει; Τρεις μέρες άσιτο και βρώμικο... Απ’ έξω από τη σάλα είχε ένα ποτάμι. Εκεί το πλύναμε και το μωρό ησύχασε...».
Στο δρόμο υπήρχαν μπλόκα Τούρκων. «Σταματούσαν τους άνδρες και τους έπαιρναν αιχμαλώτους. Κι έτυχε –άκου τύχη!- στο μπλόκο που σταμάτησε εμάς να είναι ο φίλος του πατέρα μου, αυτός που τον έσωσε. Και είπε στους άλλους: «Αφήστε τον γέρο να φύγει...» Τι γέρος τώρα, ο μπαμπάς μου ειχε γενηθεί το 1875, ήταν δηλαδή 47 χρονών... Πάντως έτσι φύγαμε...», μας λέει.
Εκεί, στην προκυμαία της Σμύρνης, οι εικόνες που έχουν χαραχθεί στο μυαλό της κυρίας Ευαγγελίας είναι ανεξίτηλες. «Ήταν πάρα πολύς ο κόσμος. Και βλέπαμε στρατιώτες θαμένους μες τη γη. Ξεχώριζαν μόνο τα κεφάλια τους που φορούσαν ποιλίκια. Ξέραμε ότι ήταν Έλληνες. Θυμάμαι μια γυναίκα που κρατούσε έναν μπόγο και ένα μωρό. Πάει να πετάξει τον μπόγο που τη βάραινε και πέταξε το μωρό... Τέτοια σύγχυση επικρατούσε...»
Κι έπειτα μπήκανε στα καράβια. «Ήρθαμε κατευθείαν στο Ηράκλειο. Κατεβήκαμε στις αποθήκες του λιμανιού. Είχε κατέβει κόσμος να δει, από περιέργεια μάλλον. Ήρθαν κάποιοι κοντά στη μαμά μου. «Είναι βαπτισμένο το μωρό;» τη ρώτησε και η μαμά μου του απάντησε πως ήταν αβάπτιστο. «Θα το βαφτίσω εγώ», της είπε. Και λέει σε έναν άλλον που είχε αμάξι να μας πάει στο σπίτι του Αχμέντ, ενός Τούρκου που είχε φύγει με την ανταλλαγή των πληθυσμών και είχε μεγάλο σπίτι. Εκείνος όμως δεν κατάλαβε καλά, δεν το ήξερε φαίνεται και μας πήγε στο σχολείο, μαζί με πολλούς άλλους πρόσφυγες», εξιστορεί η κυρία Ευαγγελία. «Θυμάμαι εκεί, μια ντόπια πήγε να κλέψει της μάνας μου το παιδί. Κι οταν τη ρωτήσαμε γιατί, είπε πως επειδή η μάνα μου είχε δύο! Παραλογισμοί...»
Μείνανε στο σχολείο αρκετόν καιρό. «Και μετά μας επιτάξανε στον Άγιο Μηνά ένα μεγάλο σπίτι, στο οποίο έμενε μια κοπέλα με τον πατέρα της και είχε 4 αδερφές δασκάλες. Πολύ καλά μας φέρθηκαν. Σύντομα, ο πατέρας βρήκε δουλειά. Κι εγώ ήθελα να γραφτώ στο σχολείο, αλλά δεν με έγραψε η δασκάλα γιατί φτάσαμε στις 14 Σεπτεμβρίου 1922, του Σταυρού, και είχαν λήξει –μία μέρα μόνο- οι εγγραφές. Έτσι, αναγκάστηκαν οι δικοί μου να με γράψουν σε ιδιωτικό, στο Λύκειο Κοραή»
Η γειτονιά αριστοκρατική, τα μεγάλα σπίτια. Και η αντιμετώπιση των γειτόνων πολύ καλή... Η Ευαγγελία έγινε δασκάλα, αλλά δεν μπορούσε να διοριστεί γιατί δεν είχε ελληνική υπηκοότητα. Το θέμα ρύθμισε ο Μεταξάς το ’36. Κι έτσι, η Ευαγγελία Μιχαηλίδου βρέθηκε διευθύντρια σχολείου στη Μακεδονία.
Εκεί την βρήκε και ο πόλεμος... «Όλα αυτά τα χρόνια, ο πατέρας μου περίμενε πως θα ξαναγυρίσουμε. Η μαμά μου όμως ήξερε πως εδώ ήταν πια ο τόπος μας...», λέει.
Παντρεύτηκε το 1945. Ο άνδρας της ήταν Κρητικός, κτηματίας, είχε αμπέλια και κτήματα. «Μας τα πήρε όλα η Χούντα», καταλήγει...
Ακόμη και σήμερα, όταν ρωτάς την 94χρονη Ευαγγελία «Από πού είσαι;», «Είμαι από τη Σμύρνη», θα σου πει...
Βασιλική Χατζηνικολάου-Τσάτη
«Είμαι Μικρασιάτισα. Στο Σεβδίκιοϊ ήπια το πρώτο μου νερό...»
Έτσι ορίζει την πατρίδα η Βασιλική Χατζηνικολάου-Τσάτη που σήμερα ζει μόνιμα στη Θήβα. Γεννήθηκε το 1921 και κατά τον διωγμό ήταν μόλις ενός έτους. Ελάχιστα πράγματα επομένως θυμάται από την πόλη της. Ωστόσο, οι αναμνήσεις της συνδέονται με τις ιστορίες που της έλεγε σαν παραμύθι η μητέρα της, που της εξιστορούσαν οι θείες και η γιαγιά της που περίμεναν συνεχώς «να γυρίσουν την πατρίδα»...
«Το Σεβδίκιοϊ απέχει μόλις 20 χιλιόμετρα από τη Σμύρνη. Ήταν και τότε πολύ μεγάλη πόλη –έμεναν κυρίως Έλληνες. Ο πατέρας μου λεγόταν Ευάγγελος Τσάτης και η μητέρα μου, η Δέσποινα δάβαρη καταγόταν από το Μάλκατζι. Ήταν πολύ πολιτισμένοι άνθρωποι, πολύ προχωρημένοι. Διέθεταν μεγάλη νοικοκυροσύνη και αρχοντιά... Η οικογένειά μας είχε πρόβατα πολλά, περίπου 2000. Απασχολούσαμε περίπου 20 τσομπαναρέοι. Να φανταστείτε, είχαν έναν άνθρωπο που πήγαινε τα τυριά στη Σμύρνη, τα «τυριά Δάβαρη», μας λέει.
Ο πατέρας της αγαπούσε πολύ την Ελλάδα... «Ο πατέρας μου μού διηγείτο πως όταν ήρθε στη Σμύρνητ ο πρώτο άγημα του Ελληνικού Στρατού, χιλιάδες ελληνικές σημαίες είχαν στρωθεί στους δρόμους της, οι καμπάνες όλων των εκκλησιών χτυπούσαν συνέχεια χαρμόσυνα και άφθονα λουλούδια σκόρπιζαν στους στρατιώτες», θυμάται. «Είχαν μεγάλο πολιτισμό, καθαριότητα και νοικοκυροσύνη οι άνθρωποι στη Μικρά Ασία. Αρχοντιά σε όλες τις εκδηλώσεις τους»
Ακολούθησε ο διωγμός. «Ο νους σταματά μπροστά στη σκέψη ότι από τη μια μεριά οι τσέτες που φώναζαν «γιούρου-γιούρου» δηλαδή φύγετε-φύγετε και από την άλλη οι φωτιές που έβαζαν οι Τούρκοι κι έκαιγαν τη Σμύρνη και τέλος η θάλασσα (διότι δεν υπήρχε ξηρά για να φύγει κανείς) όλο αυτό το δράμα, πώς μπόρεσαν να το αντέξουν οι δικόι μας άνθρωποι; Τους άνδρες τους έπιαναν αιχμαλώτους, τα γυναικόπαιδα τα έσφαζαν, τις κοπέλες τις ατίμαζαν. Στο νεκροταφείο της Αγίας Φωτεινής μητέρες έπνιγαν τα μικρά παιδιά που έκλαιγαν για να γλιτώσουν τα μεγάλα. Άνοιγαν μαρμάρινες πλάκες των τάφων για να κρύψουν τα κορίτσια τους.
Στην προκυμαία της Σμύρνης αγκυροβολημένα πλοία των μεγάλων δυνάμεων έπαιρναν μόνο τους ξένους υπηκόους και όταν πήγαιναν οι δικοί μας να μπουν μέσα τους έκοβαν τα χέρια και έπεφταν στη θάλασσα και πνίγονταν. Αλλά και ολόκληρες οικογένειες, απελπισμένες από όλο αυτό το κακό και μη έχοντας άλλη διέξοδο, έπεφταν στη θάλασσα που γέμισε από χιλιάδες πτώματα.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που μου διηγιόταν η μητέρα μου: ανήμερα του Σταυρού, οι κοπέλες της Ευαγγελικής Σχολής τςη Σμύρνης ενώ έβγαιναν από την εκκλησία, τους επετέθηκαν οι τσέτες και για να ξεφύγουν από τη θηριωδία τους έπεσαν με΄σα στη θάλασσα και πνίγηκαν όλες. Η θάλασσα γέμισαν από τα καπέλα που φορούσαν».
Στην Ελλάδα, οι πρόσφυγες δεν βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση απο τους ντόπιους και άρχισαν να πιστεύουν σε φήμες που κυκλοφορούσαν τότε ότι θα ξανγυρίσουν στην πατρίδα τους. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που μου έλεγε η γιαγιά μου όταν κάθε πρωί πήγαινα στο γυμνάσιο: «Βασιλεία –έτσι με έλεγε μόνο η γιαγιά μου- το ‘μαθες; Θα φύγουμε να πάμε στην πατρίδα», μου έλεγε.Όλοι οι Μικρασιάτες που ήλθαν σε μεγάλη ηλικία, με αυτό το όνειρο έφυγαν απο τη ζωή. Θυμάμαι όταν βρισκόμασταν σε τραπέζια τις Απόκριες ή σε γάμους κλπ, όταν έπιναν κρασί η ευχή όλων ήταν «καλή πατρίδα»!
Η κυρία Βασιλική πήγε σχολείο στη Θήβα. Στο τέλος της Κατοχής, παντρεύτηκε. Ο σύζυγός της ήταν επίσης Μικρασιάτης.
«Προτού αρχίσει η καταστροφή, οι Τούρκοι έπιαναν αιχμαλώτους τους προύχοντες κάθε πόλης. Έτσι, ξαφνικά συνέλαβαν και τον πεθερό μου, τον Γιώργο Χατζηνικολάου που τότε ήταν 33 χρονών. Τον πήγαν στα βάθη της Μικράς Ασίας και χάθηκε –ποιος ξέρει από ποια βασανιστήρια!», μας λέει. «Τα ανδρόγυνα εκεί ήταν πολύ αγαπημένα και η πεθερά μου από τη στενοχώρια της έπαθε συγκοπή και πέθανε, σε ηλικία μόλις 27 ετών. Τα δύο παιδιά τους έμειναν τελείως ορφανά, ο κουνιάδος μου ηλικίας δύο χρονών και ο μετέπειτα άνδρας μου Μανώλης, μόλις 9 μηνών. Τα παιδιά τα μεγάλωσαν οι στενοί συγγενείς. Τον άνδρα μου τον πήρανε στη Θήβα. Εδώ τον γνώρισα κι εγώ».
Τον Σεπτέμβριο του 2002 πήγε ξανά στην πατρίδα. «Συγκινήθηκα πολύ. Το Μάλκατζι δεν υπήρχε, το έχουν κάνει λίμνη... Η Σμύρνη πανέμορφη. Δεν υπήρχε ούτε ένα ελληνικό νεκροταφείο για να κάνουμε ένα τρισάγιο στους νεκρούς προγόνους μας», μας λέει. «Οι Μικρασιάτες είμαστε όλοι πολύ θρήσκοι. Όλες οι οικογένειες στα λιγοστά πράγματα που έφεραν μαζί τους, πήραν και μια εικόνα μαζί τους...»
Ασπασία Τζαννή- Τσίμπουρα
«Τα βράδια δεν έχω ύπνο γιατί θυμάμαι το διωγμό... Φωτιές στον ουρανό. Κοπέλες και παλλικάρια να πνίγουνται. Κι οι Τουρκαλάδες να φωνάζουν και να σκοτώνουν... Να φωνάζουν και να σκοτώνουν...».
Αν και 96 χρονών σήμερα, η Ασπασία Τζαννή ακόμη δεν μπορεί να ξεχάσει τις στιγμές που έζησε το 1922, όταν κοριτσάκι 8 χρονών τότε πήρε το δρόμο της προσφυγιάς. Στα Βουρλά, όπου ζούσε με τη μητέρα της και τα έξι της αδέρφια, οι ταραχές κόστισαν σε ανθρώπινες ζωές. Και η μικρή Ασπασία ήταν αυτόπτης μάρτυρας...
«Φωνάζανε οι τουρκαλάδες και σκοτώνανε γυναίκες, παιδιά κλαίγανε. Είχα έναν αδερφό, 18 χρονών ήταν τότε και είπε να πάει να δει τι γίνεται. Εγώ ως παιδί τον κυνήγησα από πίσω...», διηγείται η κυρία Ασπασία. «Δεν πήγαμε πολύ -καν’να δυό μέτρα βγήκαμε από το σπίτι και να σου δυο τουρκαλάδες με στολισμένη στολή. Και λέει ο ένας στον αδερφό μου «Ορτούρ Γκιαούρη!» και τον έπιασε από το χέρι. Και ο άλλος σηκώνει το όπλο του και νταν-νταν τον σκοτώνει...»
Μπροστά στα μάτια της, ο αδερφός της έπεσε νεκρός. Η μικρή αρχίζει τις φωνές. «Και λέει τότε ο Τούρκος μισοελληνικά-μισοτουρκικά, γιατί μπορεί να ήταν από την περιοχή: «Το Γκιαουράκι θα το σκοτώσω κι αυτό». Και σηκώνει το όπλο να με σημαδέψει. Αλλά ο άλλος ήταν πιο καλός. Του πιάνει το χέρι και του λέει: «Όχι αυτό, είναι μικρό, τζουτζουκλέρι. Τι θα καταλάβεις; Πάμε σκοτώσουμε άλλους. Πιο μεγάλους». Και τον πήρε και φύγανε».
Τα δάκρυα και η στενοχώρια της μικρής Ασπασίας δεν σταμάτησαν μέχρι να φτάσει στο σπίτι της. Στο δρόμο, θυμάται πως έπεσε. Ένα τραύμα που κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει καταλάβει πώς το έπαθε –θα μπορούσε να είναι και σκάγια από το όπλο- και που ακόμη και σήμερα έχει το σημάδι του στο πόδι της... Όταν πια έφτασε στις αδερφές της τα νέα, το παπούτσι της ήταν ματωμένο, αλλά εκείνη δεν την ένοιαζε. «Σκοτώσανε οι τουρκαλάδες τον αδερφό μας», είπε και λιγοθύμησε.
«Η μεγάλη μου αδερφή, μάσησε λίγο ψωμί και το έκανε μελάτο. Με αυτό μου φάσκιωσε την τρύπα. Αυτό το πανί ήταν μέχρι τη λήξη του πολέμου στο πόδι μου. Και το πόδι μου σάπισε... Ευτυχώς κατάφεραν να το σώσουν στο νοσοκομείο στα Χανιά –γιατί ήταν έτοιμος ο γιατρός να μου το κόψει. Σκουλήκια έβγαζε κι εγώ σφάδαζα από τους πόνους», μας λέει.
Παρά το τραύμα της, η οικογένειά της ξεκίνησε το μακρύ της ταξίδι για την Ελλάδα. «Πηγαίνανε οι Τουρκαλάδες από το ένα σπίτι τσο άλλο και γυρεύανε λεφτά και χρυσαφικά. Δακτυλίδια, σκουλαρίκια, ο,τι είχανε οι γυναίκες τους το δίνανε...», θυμάται.
Στο δρόμο γινότανε σκοτωμός. «Πηγαίναμε προς τη Σκάλα για να φύγουμε με τα καράβια. Τρέχανε πάνω στ’ άλογα οι Τουρκαλάδες και διαλέγανε κορίτσια. Και τα πηγαίνανε στο χωράφι και τα κάνανε ο,τι θέλανε κι άμα σκλιρίζανε (σ.σ: φωνάζανε), τις σκοτώνανε κιόλας... Καταστροφή. Η πατρίδα μας έπαθε μεγάλη καταστροφή. Τα καψαν τα Βουρλά». Στη Σκάλα τους περίμεναν τα σαπιοκάραβα. «Τα φέρανε οι Εγγλέζοι και οι Γερμανοί. Όπως πηγαίναμε σαν στρατιώτες στη σειρά, περνούσαν ανάμεσά μας τούρκικα αυτοκίνητα, αλόγατα, καβαλαρέοι. Ποδοπατούσαν όσους έβρισκαν. Κι όταν φτάσαμε στα καράβια, μας πιάνανε και μας πετούσανε μέσα. Δεν είχαμε πάρει τίποτα από το σπίτι μας. Η μάνα μου μόνη ήταν –ο πατέρας μου είχε πεθάνει- τι να πρωτοπάρει. Εγώ την κρατούσα από τη φούστα. Κι όπως μπαίναμε στο καράβι για τη Χίο, έβλεπα παλλικάρια να πνίγονται, κοπέλες που δεν μπορούσαν να κολυμπήσουν...»
Στην πρώτη στάση τους, στη Χίο, δεν αποφάσισαν να μείνουν. Με ντουντούκα, ενημέρωσαν τους πρόσφυγες πως το καράβι θα πήγαινε στα Χανιά «ένα μέρος που είναι αγρότες». Η μάνα της το αποφάσισε να συνεχίσουν, παρόλο που στο πλοίο τους είχαν σαν σκυλιά...
«Μας βγάλαν στ’ ανοιχτά των Χανίων. Με βάρκες φτάσαμε στο λιμάνι. Εκεί λοιπόν ήταν επιτροπές, κόσμος μαζεμένος κι ανάμεσα σκοτωμένοι -χέρια, πόδια, κεφάλια ανθρώπων, περνούσαμε ανάμεσα για να περάσουμε. Και τότε λέει ένας: «Φώναξε ένα κάρο από αυτά τα μακριά να στείλουμε στο μετόχι του Τούρκου έξι γυναίκες και τα παιδιά τους να μείνουνε εκεί». Πήγαμε με το κάρο μακριά από τα Χανιά. Και εκεί, στο μετόχι, είχανε κλέψει πόρτες, παράθυρα, είχε τρύπες στο πάτωμα», λέει η κ. Ασπασία. «Νυστάξαμε εμείς, πέσαμε, βγάλανε οι γυναίκες ο,τι δεύτερο ρούχο φορούσανε και μας σκεπάσανε. Τα μεσάνυχτα λένε οι γυναίκες, ακούνε τη σκάλα, τακ-τακ, έναν θόρυβο. Αυτές φοβήθηκαν. Κάθισαν στον τοίχο ένα κουβαράκι, αρχίσαν τα θρησκευτικά. Και τότε, λένε, βγαίνει μια χανούμισσα νύφη στολισμένη στα ολόχρυσα ντυμένη και προχώρησε στο δωμάτιο. Έκανε μια βόλτα πάνω από τα κεφάλια μας και μετά χάθηκε. Οι γυναίκες το πήραν σαν κακό σημάδι για εμάς τα παιδιά. Και την άλλη μέρα πήγαν στην επιτροπή να αλλάξουν μέρος διαμονής από αυτό το στοιχειωμένο μετόχι. Η επιτροπή τους απάντησε «Είστε τρομοκρατημένες, γι’ αυτό βλέπετε οράματα». Αλλά ήταν εκεί ένας λεβεντάνθρωπος, κρητικά ντυμένος και τους είπε πως «δε λένε ψέματα οι γυναίκες. Σε αυτό το μετόχι ζούσε ένας Τούρκος που ήτανε να αρραβωνιάσει την κόρη του. Αλλά έκανε μια βόλτα στον κήπο και την δάγκωσε φίδι. Μπορεί να την έχει θάψει εκεί...» Και τότε η επιτροπή πείσθηκε...».
Η αντιμετώπιση των ντόπιων στους Μικρασιάτες δεν ήταν και η καλύτερη. «Μας φώναζαν «σφίγγες». «Ανάθεμά σας ήρθατε εσείς και χάσαμε τσι καλοί μας γειτόνοι τσι Τούρκοι», μας λέγανε. Δεν μας ήξεραν οι άνθρωποι...», δικαιολογεί η κυρία Ασπασία.
Σύντομα, στα Χανιά βρήκαν έναν οικογενειακό φίλο από τα Βουρλά. «Είπε στη μάνα μου πως η αδερφή της ήταν στο Ηράκλειο. Είχαμε χαθεί στο διωγμό. Και τότε αποφασίσαμε να έρθουμε... Όχι μόνο εμείς, πολύς κόσμος».
Μείνανε στον λεγόμενο «τεκέ» κοντά στο λιμάνι –εκεί είχε τουλάχιστον δουλειές για τους ταλαιπωρημένους, αλλά ικανούς πρόσφυγες. Σε ένα δωμάτιο βρήκε καταφύγιο ολόκληρη η οικογένεια. «Έμεινα εκεί 15 χρόνια. Από εκεί έφυγα νύφη και μετά μας έδωσαν ένα σπίτι στον συνοικισμό που χτίσανε», θυμάται.
Περάσανε τα χρόνια, αγαπήσανε πολύ με τους Κρητικούς. Την κυρία Ασπασία άμα τη ρωτάς «Από πού είσαι;», σου λέει «Μικρασιάτισα. Πατρίδα μου είναι τα Βουρλά». Αλλά θα σου πει και την μαντινάδα που έγραψε η ίδια: «Εγώ λέω δεν είμαι από δω. Είμαι από Μικρασία. Στην Κρήτη εμεγάλωσα και για μενα η Κρήτη έχει μεγάλη αξία...Κρήτη μου όμορφο νησί, δε θέλω το κακό σου, γιατί χρόνια πατώ το χώμα σου και πίνω το νερό σου...»

Ανδριάνα Ψάλτη
Ζούσανε ευτυχισμένα στην Πρίγκηπο, το κεφαλόνησο της Προποντίδας. Το μεγαλύτερο από τα 9 νησιά της περιοχής –ανάμεσά τους η Χάλκη και η Αντιγόνη- φιλοξενούσε αρκετούς Έλληνες, που συζούσαν αρμονικά με τους Τούρκους και τους Εβραίους.
«Ζούσαμε σε ένα μεγάλο σπίτι με τους γονείς και τους παππούδες μου. Και το καλοκαίρι που έρχονταν πολλοί να παραθερίσουν στο νησί, μέναμε στο κάτω σπίτι και το πάνω το νοικιάζαμε. Ο παππούς μου ο Τηλέμαχος είχε ένα μεγάλο καϊκι και έκανε εμπόριο, τσαρσί λέγαμε τότε την αγορά. Είχαμε κι ένα μπακάλικο και είχε απ’ όλα. Η Χάλκη και η Αντιγόνη από εμάς ψωνίζανε... Ήταν άλλωστε τόσο κοντά που πηγαίνανε νεαροί το απόγευμα, πίνανε ουζάκια και γυρίζανε με τη βάρκα στην Πρίγκηπο», θυμάται η Ανδριάνα Ψάλτη που σήμερα ζει στο Λαύριο. «Πιο κάτω από το σπίτι μας ήταν η εβραίικη χάβρα. Ζούσαν πολλοί Εβραίοι μαζί, τους θυμάμαι. Και τουρκάλες ερχότανε και πίνανε καφέ στο σπίτι μας. εμείς δεν πηγαίναμε, εκείνες έρχονταν. Και τις Απόκριες, ντυνόταν ο πατέρας μου τσολιάς και κοροϊδευε τους Τούρκους...»
«Έφυγα από το σπίτι μας όταν ήμουν 3,5 χρονών. Φύγαμε όλοι μαζί, το θυμάμαι. Και λέω στη γιαγιά μου, «γιατί αφήσαμε τόσα πράγματα;» Κι εκείνη μου απάντησε πως θα ξαναγυρνούσαμε... Δεν τα καταφέραμε ποτέ». Αν και η μητέρα της την είχε «τάξει» στον Άγιο Γεώργιο του Κουδουνά όταν θα παντρευόταν, ούτε τότε κατάφερε να πάει...
Φύγανε παίρνοντας σεντόνια, παπλώματα και μαξιλάρια, αλλά και χρυσαφικά και χρήματα. «Αυτά μας σώσανε. Όταν ήρθαμε στο Λαύριο, μας βάλανε στην αποθήκη και μέναμε. Ήταν βρώμικα και ανοικοκύρευτα. Εμείς ήμασταν νοικοκύρηδες στην Πρίγκηπο... Τυραννιστήκαμε εδώ».
Λίγο καιρό μετά, οι πρόσφυγες από την αποθήκη μεταφέρθηκαν στον συνοικισμό «με τα αμίαντα», έτσι τον θυμούνται. «Εσύ μιλούσες και ο διαπλανός σου σ’ ακουγε... Από το δικό μας μέρος, λίγοι ήταν εδώ. Το Λαύριο ήταν ένα χωριουδάκι που δεν είχε τίποτα. Οι πρόσφυγες φέραν τα καϊκια, ανοίξανε οι δουλειές. Ανάβαμε τις λάμπες και αντί για πετρέλαιο που βάζανε αυτοι, βάζαμε σπαρματσέτο. Και μας κοιτούσανε καλά-καλά πώς από το νερό ανάβαμε φωτιά –νομίζανε ότι ήταν νερό το σπαρματσέτο έτσι άσπρο που το βλέπανε».
«Οι ντόπιοι όταν πρωτοήρθαμε τουρκοσπορίτες μας λέγαμε. Δεν κοτάγαμε να μιλήσουμε. Δεν μας θέλανε. Αλλά σιγά-σιγά αγαπήσαμε», θυμάται. «Ο,τι δεν έκανε ο διωγμός, η προσφυγιά, το έκανε η Κατοχή. Έχασα τους γονείς μου από την πείνα... έμεινα ολομόναχη. Και να ναι καλά η πεθερά μου με πάντρεψε με το γιο της... Κι αυτοί Μικρασιάτες ήτανε από την Κούταλη. Είχανε μεγάλη περιουσία –εδώ στο Λαύριο συναντούσα ανθρώπους και μου λέγανε «έχουμε φάει ψωμί από τον πεθερό σου».
Αν και ήρθε μικρή από τη Μικρασία, η κυρία Ανδριάνα έχει κρατήσει τα έθιμα των γονιών της. «Για παράδειγμα, κάνουμε την «καλή βραδιά». Έτσι λέμε εμείς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Ετοιμάζαμε τα καλύτερα φαγιά και στρώναμε τραπέζι. Και ούζο και μεζεδάκια και τέτοια. Η μαμά μου μού είχε μάθει ένα ποίημα να λέω, με ντύνανε ωραία, έλεγα το ποίημα πάνω σε μια καρέκλα. Και μετά αφήναμε το τραπέζι γεμάτο να το βρει έτσι ο νέος χρόνος...»
Πολλά παραμύθια θυμάται η κυρία Ανδριάνα. Άλλα είναι αληθινές ιστορίες από την πατρίδα της, άλλες ιστορίες βγαλμένες από τη φαντασία. «Η γιαγιά μου παντρεύτηκε σαν παραμύθι. Ήταν τρεις αδερφές, φτωχές. Πατέρα δεν είχαν. Το βράδυ καθόντουσαν κι έπλεκαν με βελόνα δαντέλες. Περνάγανε οι Εβραίοι εμπόροι και τις πουλούσανε. Ήταν λοιπόν Απόκριες. Και λένε οι τρεις αδερφές «Δεν πάμε μια βόλτα να πούμε καμιά καλησπέρα». Και πήγανε στο σπίτι του παππού μου. Και μετά ξαναγυρίσανε και πλέκανε. Δεν πέρασε μια ώρα, χτυπάει η πόρτα. «Ποιος είναι;», λένε. «Είμαι η Ευθαλία», η αδερφή του παππού μου. Ανοίγει η πόρτα και λέει η Ευθαλία «Ήρθαμε για ένα καλό σκοπό. Ο αδερφός μου θέλει να παντρευτεί τη Σμαράγδα» Ήτανε όμορφη τότε η μάνα μου. «Μάνα σήκω κι έχουμε μουσαφιρέοι» Κι απαντά η μάνα της, η γιαγιά μου: «Δεν μπορώ να δώσω την Σμαρώ, γιατί έχω την Κατίγκω και τη Φωτεινή πρώτα να παντρέψω». Αλλά τότε, συμφωνήσανε οι 2 αδερφιές και είπανε στη μάνα τους: «Αφού βγήκε η τύχη της, ας παντρευτεί να φάει και λίγο ψωμί». Σε 15 μέρες είχε παντρευτεί...» 
Αικατερίνη Σωτηρίου
«Γεννήθηκα το 1922, στην Κούταλη. Το χωριό μου όμως είναι η Αφησιά, ένα νησί της θάλασσας του Μαρμαρά».
Η Κατερίνα Σωτηρίου ζει σήμερα στο Λαύριο. Μέχρι να φτάσει εκεί όμως, το ταξίδι της ήταν μεγάλο. «Η μαμά μου η Διαμάντω ήταν από την Ανατολική Θράκη, αλλά έμενε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί γνώρισε τον πατέρα μου που ήτανε φαντάρος και φεύγοντας, την πήρε μαζί του», διηγείται. «Παντρεύτηκαν στην Αφησιά και μετά μετακόμισαν στην Κούταλη για δουλειά. Ο μεγάλος αδερφός μου γεννήθηκε το 1918
και τέσσερα χρόνια μετά, εγώ», μας λέει
Μετά τα γεγονότα στην Σμύρνη και τις υπόλοιπες περιοχές της Ιωνίας, οι Έλληνες από όλες τις περιοχές της Τουρκίας αναγκάστηκαν να φύγουν. «Εμείς φύγαμε τον Νοέμβριο του 1922. Είχαμε περιουσία εκεί, σπίτια πολλά... αλλά τα αφήσαμε όλα και φύγαμε. Όπως μου έλεγαν οι γονείς μου, με τους Τούρκους τα πηγαίνανε πολύ καλά. Και οι ίδιοι στενοχωριόντουσαν που έπρεπε να μας χάσουν»...
Αφού έπρεπε, η οικογένεια έφυγε. Πήγε λοιπόν στη Θεσσαλονίκη. «Πιάσαμε ένα σπιτάκι και μείναμε όλοι μαζί, με Εβραίους μέναμε στους «12 Αποστόλους». Είχαμε πολλές φιλίες μαζί τους και ήμασταν αγαπημένοι. Ο πατέρας μου δούλευε στα Λαδάδικα. Αλλά μετά, είπανε ότι όλοι οι πρόσφυγες από την Αφησιά θα πηγαίναμε σε ένα χωριό που χτιζότανε στην Χαλκιδική. Και έτσι πήγαμε στη Σάρτη», διηγείται. «Η υποδοχή των Ελλήνων στη Θεσσαλονίκη ήταν πολύ καλή απέναντι στους πρόσφυγες. Βέβαια ακούγαμε κάτι «τουρκοσπορίτες» και τέτοια, αλλά όχι πολύ. Αυτό στο Λαύριο αργότερα το αντιμετωπίσαμε περισσότερο...»
«Η μάνα μου δεν ήθελε να πάει στη Χαλκιδική γιατί ήταν μακριά. Πήγαινε ο πατέρας μου στην επιτροπή και γραφότανε, πήγαινε εκείνη ξεγραφότανε. Δεν ήθελε να πάει μακριά από την οικογένειά της ξανά, παρόλο που δεν μας πολυθέλανε. Με τα πολλά πήγαμε... Τη φτώχεια και τη μοναξιά εκεί τη θυμάμαι», λέει η κυρία Κατερίνα. «Σε παράγκες μέναμε, στην άμμο. Τα σπίτια δεν ήταν ακόμη έτοιμα...»
Τέσσερα παιδιά έγιναν στην πορεία. Δουλειές δεν είχε στη Σάρτη που ονομάστηκε τελικά Νέα Αφησιά. Ύστερα από λίγο, ο πατέρας αποφάσισε να φύγει να δουλέψει ως πετράς στη Μύκονο. «Σχολείο πήγα στη Σάρτη. Ένα δωμάτιο ήταν, που είχε 5 θρανία. Είχα πλέξει και μια μικρή τσαντούλα. Αλλά μετά αρρώστησε η μάνα μου και έπρεπε να τη φροντίζω. Όταν πέθανε, σταμάτησα το σχολείο. Είχα να αναλάβω όλο το σπιτικό...»
Ο πατέρας της δεν ξανάφυγε παρά μόνο το 1940 για να πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο... «Παντρεύτηκα το ’42, ο άνδρας μου ήταν κι αυτός Μικρασιάτης. Είχε έρθει μεγάλος από την Μικρασία και μιλούσε και τουρκικά... Μαζί ήρθαμε στο Λαύριο με καίκι που νοικιάσαμε. Ήμουν μόλις 19 χρονών. Ήταν καλός άνδρας. Νοικοκύρης. Ήρθαμε στο Λαύριο, έπιασε δουλειά στη γαλλική εταιρία, στα μεταλλεία. Είχα εδώ τον αδερφό μου, έφερα και τον άλλον μαζί μου. Εδώ γέννησα το τέταρτο παιδί μου και ζούμε όλοι μαζί».
Αγαπητός Αρετής
O Αρετής Αγαπητός του Ευθυμίου και της Δέσποινας γεννήθηκε στις 8 Μαΐου του 1912 στο χωριό Ληβίσι της Μικράς Ασίας. Το επίνειο του χωριού του ήταν η Μάκρη, που απείχε έξι ώρες από τη Ρόδο.
Τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια και ο ίδιος ο βενιαμίν της οικογένειας, θυμάται λίγο την ζωή στο Ληβίσι. «Το χωριό μου ήταν πάνω σε ένα χαμηλό λόφο. Τα σπίτια ήταν αμφιθεατρικά. Μάλιστα, πιτσιρικάς θυμάμαι που έτρεχα και χτύπησα. Δουλειές δεν είχε στο χωριό. Οι άνδρες είχαν ξενιτευτεί για να δουλέψουν. Ο πατέρας μου ήταν στη Σμύρνη..», θυμάται ο κύριος Αρετής.
«Επειδή στην περιοχή της Μάκρης δεν έτυχε να έρθει ο ελληνικός στρατός, οι Τούρκοι μας άφησαν να φύγουμε μόνοι μας. Κι επειδή υπήρχε φήμη ότι θα γυρίσουμε πίσω, το μόνο που περισσώσαμε ήταν τα χρυσαφικά. Υπήρχαν στην περιοχή μια Μονή που είχε ιταλίδες καλόγριες. Τους δώσαμε πράγματα να μας τα στείλουν αργότερα. Και το έκαναν!».
Τον πατέρα του δεν τον ξαναείδε. «Τους έσφαξαν Τσέτες αντάρτες όλους... Εγώ τον θυμάμαι σαν όνειρο μπροστά στο τζάκι», μας λέει.
Η υπόλοιπη οικογένεια επιβιβάστηκε στο καϊκι για τη Ρόδο. «Πήγαμε στη Ρόδο και από εκεί πήραμε ένα μεγαλύτερο πλοίο για τον Πειραιά. Θέλαμε να πάμε στην Αθήνα γιατί είχα μια θεία στην οδό Αραχώβης. Από το πλοίο θυμάμαι το αμπάρι. Από το κάρβουνο βγήκαμε αγνώριστοι...», μας λέει γελώντας. «Μας φιλοξένησε η θεία μου για πολύ λίγο. Αλλά μεσολάβησε μια περίοδος που μας πήγαν στο Μοσχάτο. Σε ένα δωμάτιο ήμασατν τρεις οικογένειες...Μετά ήρθαμε στην Καισαριανή, γιατί μας έδωσαν ένα σπιτάκι στην οδό Βρυούλων, ένα πλινθόχτιστο σπίτι με κουζίνα και μικρό οικόπεδο γύρω του. Όλοι μαζί το συνεφέραμε. Η μάνα μου δούλευε στις μπουγάδες...»
Λίγα χρόνια πήγε στο σχολείο, αλλά ο μικρός Μικρασιάτης είχε εντυπωσιάσει το δάσκαλό του. «Μας είχε βάλει έκθεση. Και έρχεται μετά και λέει: «αν εξαιρέσουμε την ορθογραφία, «θα σας διαβάσω την έκθεση του Αρετή Αγαπητού για να ακούσετε το συντακτικό. Είναι τέλειο», είπε.
Μεγαλώνοντας, μεγάλωνε και η ανάγκη της οικογένειας για δουλειά. Στην αρχή πήγε στη Δραπετσώνα, όπου βρήκε δουλειά σε ένα γαλατάδικο. Με ένα γαϊδουράκι, τη Μαρίκα, έκανε διανομή στη Νίκαια...
«Μετά έμαθα από τον γαμπρό μου για ένα μπακάλικο στο Πολύγωνο. Πήγα τρέχοντας. Είχε προσφυγικά σπίτια μέχρι την χαρτογραφική υπηρεσία, εκεί πάνω από το γηροκομείο. Δίπλα στο μπακάλικο υπήρχε ένα ρέμα. Το μαγαζί είχε γίνει μεγαλύτερο με υποστηλώσεις. Το είχαν δυο Βουρλιώτες, συνέταιροι. Εγώ έμενα όλη μέρα εκεί, εκεί έτρωγα, εκεί κοιμόμουν. Και μόνο κάθε Κυριακή ερχόμουν σπίτι μου στην Καισαριανή», διηγείται.
Κοντά στους Βουρλιώτες έμαθε τη δουλειά. Το ’37 που γύρισε από το στρατό, άνοιξε το δικό του μπακάλικο στην Καισαριανή, στην οδό Εθνικής Αντιστάσεως 72, με το όνομα «Αγαπητός».
«Και στην Κατοχή κάνανε ντου οι γερμανοτσολιάδες και μου το κλείσανε...», λέει. Κατά τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, συμμετείχε στα συσσίτια της περιοχής και βοηθούσε όσο μπορούσε τους κατοίκους της.
«Παντρεύτηκα το 1942 που ο κόσμος χώριζε. Ο γιος μου γεννήθηκε το 43».
Η προσφυγική του καταγωγή, αλλά και ο τόπος διαμονής του τον ενέταξαν θέλοντας και μη στην Αριστερά. «Εγώ δεν ήμουν Αριστερός. Αλλά με στείλαν στην Ικαρία εξορία. Αρκεί να έλεγε ένας άσχετος ότι ήσουν Αριστερός κι έβρισκες το μπελά σου. Με το ανθρωπομάζεμα του Ζέρβα, με πήρανε κι εμένα. Γιατί μου είπαν «ή υπογράφεις ότι δεν είσαι Αριστερός ή πας στην Ικαρία». Κι εγώ τους είπα «αφού δεν ξέρω τι είναι κομμουνισμός, τι να υπογράψω;» Και με πήγαν...
Όταν γύρισε, ο Αρετής Αγαπητός συνέχισε την εμπορική του δραστηριότητα.
Στέλιος Μπουντούρης
Για το πού γεννήθηκε είναι σίγουρος. Η πατρίδα του είναι το Σεβδίκιοϊ της Μικράς Ασίας. Αλλά για το πότε, οι απόψεις διίστανται... “Η μητέρα μου είχε κάνει 14 παιδιά, σήμερα ζούμε μόνο 4. Εγώ κι ένας αδερφός μου ο Αχιλλέας γεννηθήκαμε στη Μικρά Ασία, τα άλλα γεννήθηκαν εδώ. Η ταυτότητα μου γράφει το 1916. Αλλά ήμουν μεγαλύτερος. Όταν ήρθαμε στο Ηράκλειο, είχαμε ένα γνωστό στο Δήμο και με έγραψε μικρότερο κατά πέντε με έξι χρόνια για να δικαιούμαι περισσότερο ψωμί στα συσσίτια”, μας λέει ο Στέλιος Μπουντούρης ή Βουδούρης, όπως έχει καταγραφεί στα προσφυγικά αρχεία.
Πάντως ο κύριος Στέλιος, τουλάχιστον 94 χρονών σήμερα, θυμάται πολλά από τις μέρες του στη Μικρά Ασία. “Η οικογένειά μου κατάγεται από τους Βρακοζωνάδες που ήταν Βουρλιώτες. Η νενέ μου και είχε μεγάλη περιουσία. Η οικογένειά μας είχε καφέ, κρεοπωλείο, σινεμά, ήταν πολύ δυνατή. Μέναμε απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Ο μπαμπάς μου δούλευε στα καπνά, ήταν γεωργός, αλλά είχε κι αυτός μεγάλη περιουσία”, μας λέει.
Κάθε Κυριακή, στο καφενείο του θείου του φέρνανε την τραγουδίστρια Αγγελάρα που τραγουδούσε με σαντούρι και βιολί… “Ωραία γλέντια τότε. Η γιαγιά μου ήταν βοτανολόγος γιατρός, ο,τι αρρώστια κι αν είχες, την έκανε καλά... Είχε τα βότανά της και έφτιαχνε μαντζούνια. Και την ήξερε όλη η περιοχή”, θυμάται. “Στο χωριό μας δεν είχαμε πολλούς Τούρκους. Λίγοι ήτανε και αυτοί δούλευαν στους δικούς μας”.
“Θυμάμαι όταν έγινε ο πόλεμος κι έπρεπε να φύγουμε από εκεί, που ξεκινήσαμε η μάνα μου, εγώ και ο αδερφός μου με τα ποδάρια να πάμε στη Σκάλα να φύγουμε. Ο πατέρας μου ήταν ήδη αιχμάλωτος στη Μαγνησιά. Μάλιστα είχαν βγάλει και τραγούδι: “από τη Σμύρνη φύγανε άνδρες 15 και ώσπου να πάνε στη Μαγνησιά πομείναν μόνο πέντε”. Και πηγαίναμε, αλλά μας έπιασε η νύχτα. Διανυκτερεύσαμε μέσα σε ένα νεκροταφείο, αλλά δεν θυμάμαι αν ήταν δικό μας ή εγγλέζικο. Μείναμε πολλές μέρες εκεί, γιατί γινόντουσαν φασαρίες. Κοιμόμαστε στους τάφους. Άμα ησύχασαν τα πράγματα, βγήκαμε από εκεί και συνεχίσαμε το δρόμο...Μόνοι μας ήμασταν... Κατεβήκαμε στη Σμύρνη και πήγαμε στο προξενείο το αμερικάνικο. Από εκεί μας βρήκαν βαπόρι και πήγαμε Χίο. Από την προκυμαία θυμάμαι τα πάντα. Κόσμος, φωτιές. Χαμός...”.
Ο πατέρας του κυρίου Στέλιου ήταν από τους τυχερούς. “Ο μπαμπάς μου και ακόμη τρεις κατάφεραν να κόψουν τα σύρματα και φύγανε τα ξημερώματα από το στρατόπεδο. Από εκεί φύγανε τώρα και πήγανε στο Αντέπ της Γαλλίας. Δεν ξέρω πόσες μέρες μου είπαν ότι περπατούσαν... Από εκεί, μας έψαξαν μέσω Ερυθρού Σταυρού και μας βρήκαν στη Χίο όπου στο μεταξύ είχαμε φτάσει κι εμείς”
Στη Χίο μείνανε σε αποθήκες μαστίχας. Όταν η οικογένεια επανενώθηκε, με καράβι πήγαν στην Κρήτη. “Ακούγαμε που λέγανε ότι στην Κρήτη είναι πιο καθαρά και πιο πλούσιο το μέρος, γι' αυτό ήρθαμε. Με το που ήρθαμε, κατεβήκαμε στο Ηράκλειο. Πήγαμε σε ένα σπίτι στην περιοχή Καμαράκι. Ήταν ένα μέρος που το λέγανε “τεκές”, ένα ωραίο μνημείο με βελούδο από πάνω που είχαν θαμμένο τον Χότζα. Εκεί μείναμε τους πρώτους μήνες μέχρι που μας δώσανε κλήρο στο χωριό Άκρια.. Εκεί εγκατασταθήκαμε τελικά.”
Με τους ντόπιους απέκτησαν γρήγορα πολύ καλή σχέση. “Οι Κρητικοί εδώ δεν ξέρανε από γλυκά και νοικοκυριό. Άμα έμπαινες στα σπίτια από τη μια ήταν το γουρούνι, από την άλλη η κατσίκα και κοιμόταν μέσα στον αχυρώνα οι άνθρωποι. Λέγαμε μάλιστα τότε, όλοι φοράνε ποδιά, μπακάληδες είναι;Η μητέρα μου είχε βγάλει γυμνάσιο στην Μικρά Ασία. Ήταν μορφωμένη. Αυτή τους έμαθε κι εργόχειρο, τους έμαθε κεντήματα, τους έμαθε διάφορα από αυτά...”, εξηγεί.
Ο κύριος Στέλιος δεν πήγε καθόλου σχολείο. Βοηθούσε τον πατέρα του στα χωράφια. Όταν πήγε στρατό, ανακάλυψε τη μουσική, στην οποία αποδείχθηκε πως είχε έφεση. Για πολλά χρόνια έπαιζε μουσική, μπουζούκι, μπαγλαμά, λύρα, όλα τα έγχορδα σε ολόκληρη την Κρήτη...
“Οι γονείς μου θέλανε να γυρίσουν. Όλο “Καλή πατρίδα” λέγανε... Την μικρή εκκλησία της Παναγίτσας στο Ηράκλειο οι Μικρασιάτες τη φτιάξανε για να θυμούνται. Ξύλινη ήταν στην αρχή. Κι επειδή δεν είχαν χρήματα, είχαν υπογράψει γραμμάτεια για την ξυλεία...”, λέει ο κύριος Στέλιος.

Πόπη Βαρδαξή
Ο πατέρας της ήταν από την Αλικαρνασσό και η μητέρα της από τα Μήλασα, 7 ώρες με το άλογο μακριά. Η Πόπη Βαρδαξή γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό το 1923.
“Δε φύγαμε αμέσως”, εξηγεί η κυρία Πόπη. “Η μαμά μου δούλευε στα Μήλασα. Εκεί ήταν πιο εξελιγμένα τα πράγματα, υπήρχε κίνηση στο χρήμα, είχε κι εργοστάσιο που φτιάχνανε τα χαλιά Ανατόλια και η μαμά μου δούλευε μέσα εκεί και ήταν διευθύντρια... Η μαμά μου, αν και δεν ήξερε πολλά γράμματα, έβγαζε πέρα πράγματα που δεν τα βγαζε μορφωμένος άνθρωπος. Ήταν πολύ δραστήριος άνθρωπος. Οι Τούρκοι λέγανε του θείου μου:Η αδερφή σου, λέει, είναι διάβολος. Εξυπνη δηλαδή”, διηγείται. “Η μητέρα μου είχε έναν μεγαλύτερο αδερφό, ο οποίος αφού τελείωσε το ελληνικό σχολείο της εποχής εκείνης, τελείωσε το τούρκικο γυμνάσιο και δούλευε στο τούρκικο δικαστήριο. Εκεί τον γνώρισε κάποιος που ήταν από τη Σπάρτη και έκανε στην Αλικαρνασσό εμπόριο ζώων, άρα είχε δοσοληψίες με δικαστήρια. Γνώρισε το θείο μου, ο οποίος στη συνέχεια έγινε εκτελωνιστής στην Κάλυμνο. Όταν άρχισαν τα πράγματα να “ζορίζουν”, ειδοποίησε τη μητέρα μου και της είπε να προσπαθήσει να πάει στο λιμάνι και να πάρει καράβι για Κάλυμνο. Πράγματι, η μάνα μου τα κατάφερε, με τα 4 παιδιά της. Μας ανέλαβε εκεί ο θείος μου, νοίκιασε σπίτι και μείναμε εκεί...”.
Ο πατέρας της κυρίας Πόπης είχε περιουσία μεγάλη, ελαιοτριβείο, χαμάμ. Ήταν επιχειρηματίες μεγάλοι -ήταν τέσσερα αδέρφια, πέντε- με μεγάλη περιουσία. Μετά το διωγμό, ο πατέρας της βρέθηκε αιχμάλωτος μαζί με τον αδερφό του. “Είχε καταφέρει να φύγει 2-3 φορές κρυφά και κατέβηκε στο σπίτι. Τον κρύβαμε σε καταπακτή. Την πρώτη φορά που ήρθε -τότε δεν είχε κρεβάτια- ίσα που πρόλαβε κι έστρωσε κάτω κι έβαλε τη γιαγιά μου και τα αδέρφια μου και ξαπλώσανε. Πήγανε η αστυνομία κοιτάξανε δεν βρήκαν τίποτα, είδαν τις γυναίκες που ήταν ξαπλωμένες, φύγανε. Την άλλη μέρα το πρωί, ο πατέρας μου έφυγε. Τη δεύτερη φορά, την ώρα που υποψιαζότανε ότι ότι όπου να ‘ναι θα ρθουνε, του χε δώσει λέει ένα ποτήρι να πάει σε μια γειτόνισα να του βάλει λίγο ούζο. Την ώρα που έβγαινε ο πατέρας μου, έμπαινε ο Τούρκος. Δεν τον γνώρισε και δεν τον επιάσανε. Την τρίτη όμως φορά δεν πρόλαβε να αδειάσει το σταχτοδοχείο και να κρύψει τις παντόφλες του, τον πιάσανε. Τον πήρανε στη φυλακή. Ειδοποίησαν τη μάνα μου κι εκείνη φωνάζει έναν παραγιό και του λέει: Μεμέτη έλα να σου πω. Γέμισε ένα κοφίνι, πορτοκάλια, μανταρίνια, θα πας εκεί που τους κρατάνε. Άμα δεις που είναι ο αφεντικός σου, πέτα τα χάμω και φύγε. Και θα φωνάξεις: ωραία πορτοκάλια, μανταρίνια, από του Βαρδαξή το περιβόλι. Εκείνος, του λέει, το μυαλό θα το ‘χει και θα τον δεις. Πραγματικά , ο πατέρας μου τον είδε και του φώναξε, “Μεμέτη, η κυρία καλά είναι;” Λέει καλά είναι”, διηγείται. Αλλά η κυρία Πόπη δεν τον είδε ποτέ... “Τον πατέρα μου ούτε με είδε, ούτε τον είδα. Ακούω τη λέξη “πατέρας” και μου φαίνεται περίεργη γιατί δεν την είπα ποτέ. Όταν πήραν τον πατέρα μου, η μαμά μου ήταν έγγυος σε εμένα. Και μάλιστα της είπε, όταν είναι να το βαφτίσεις εάν δεν έχω έρθει, θέλω να βγάλεις της μητέρας σου το όνομα. Και του λέει, καλά ας έρθει εκείνη η ώρα και βλέπούμε”.
Όταν φτάσανε στην Κάλυμνο, “ο Ελευθεριάδης που είχαμε πρόεδρο, ανέλαβε την Αλικαρνασσό εδώ στην Κρήτη και ειδοποιούσε τα νησιά, όπου ήξερε ότι είχαν σκορπίσει οι Αλικαρνασιώτες, να μαζευτούν εδώ να πάρουν ανάλογα ότι είχε ο καθένας αποζημίωση ή κτήμα. Τότε η μαμά μου δυσκολεύτηκε. Τώρα, λέει στον αδερφό της, εγώ τι να κάνω; Θα φύγω ή να μείνω; Ο αδερφός της της απάντησε ότι ήταν δικό της ζήτημα. “Αν σου πω φύγε θα μου λες ότι σε βαρέθηκα, άμα σου πω μείνε και δεν πάρεις τίποτε. Αργότερα τα παιδιά σου που θα μεγαλώσουν θα σου πουν βρε μάνα τόσο πράγμα είχε ο πατέρας μας και μια γωνιά εσύ δεν μπόρεσες να πάρεις;” Και τότε αποφάσισε η μάνα μου να φύγουμε και να έρθουμε εδώ...”, εννοώντας στην Αλικαρνασσό στην Κρήτη.
Η δραστήρια και θαρραλέα μητέρα της κυρίας Πόπης πήρε μαζί και τη μητέρα της και τον αδερφό της για να τη βοηθάνε στα παιδιά και την παρέα. “Μείναμε στον Πόρο (σ.σ: περιοχή του Ηρακλέιου) γιατί εδώ μέσα ήταν κάτι τούρκικα σπίτια χαλασμένα. Οι πρόσφυγες βάλανε κουρελούδες στα παράθυρα στις πόρτες μέχρι να ετοιμαστεί ο συνοικισμός. Ευτυχώς η μάνα μου, φεύγοντας από εκεί είχε μια πολύ καλή Τουρκάλα και της είχε μεγάλη εμπιστοσύνη. Της ζήτησε λοιπόν να της στείλει πράγματα που είχε αφήσει πίσω. Και τα στειλε η Τουρκάλα στην Κάλυμνο. Κι όταν ήρθε εδώ στην Κρήτη τα πήρε μαζί της. Εργόχειρα, πράγματα αξίας...”, μας λέει.
“Πιο πριν από εμάς είχαν έρθει κάποιοι συγγενείς μας στο Ηράκλειο και είχανε βρει σπίτι και μένανε. Ήταν κρεοπώλης, είχε πιάσει μαγαζί στην αγορά κι ο άνθρωπος βολευότανε καλά. Έτσι η μαμά μου, ταν ήθελε να πουλήσει κάτι, το πήγαινε στην κουμπάρα και της τα πουλούσε. Στο τέλος μας δώσανε πια το σπίτι του συνοικισμού και ήρθαμε και μείναμε εδώ πέρα...”
Σιγά-σιγά, η μικρή Πόπη μεγάλωσε και πήγε σχολείο, στο 1ο της Αλικαρνασσού. “Οι περισσότεροι Κρητικοί ήταν καλοί ανθρώποι. Ορισμένοι τώρα δεν μας θέλανε και μας λέγανε οι σφίγγες. Αυτό ήταν το παρατσούκλι για τους πρόσφυγες. Πως ήρθανε και πως ανοίξαν τα μάτια τος για το καθετί δεν μπορούσαν να το παραδεχτούν. Τους δείξαμε από πού βγαίνει ο ήλιος. Ακόμα και μέχρι τώρα που έρχονται άνθρωποι από αλλού, μόλις πατήσουνε στο σπίτι, ρωτάνε, πρόσφυγα είσαι; Ό,τι και να κάνουν οι κρητικοί, καλοί ανθρώποι, φιλόξενοι, αλλά στον καλωπισμό του σπιτού μέσα, δεν είχαν αίσθηση”, εξηγεί.
Ο δραστήριος Δήμαρχος Ελευθεριάδης φρόντισε για την ανάπτυξη της περιοχής. Έχτισε και μια εκκλησία, τον Άγιο Νικόλαο, όπως υπήρχε και στην πατρίδα.
“Ο πατέρας μου έφτασε στην Ελλάδα, αλλά δεν κατάφερε να μας βρει εγκαίρως... Η μάνα μου μετά, δεν ήθελε να ξαναπάει...”, μας λέει.
Όσα αντικείμενα και δαχτυλίδια έμειναν, τα κληρονόμησε η εγγονή και η δισεγγονή της Μικρασιάτισσας γιαγιάς. “Η γιαγιά έλεγε ότι με τους τούρκους δεν είχαν κανένα πρόβλημα, μας έκανε περιγραφές φανταστικές! Το θέμα είναι ότι είχαν κάθε τόσο επιδρομές, διωγμούς, ανωμαλίες, πάντα κρύβανε μέσα στο πηγάδι τις μικρές κοπέλες τις ελεύθερες να μην τις βρουνε”, λέει η κυρία Ευδοκίας (το όνομα της γιαγιάς της) ,κόρη της Πόπης Βαρδαξή. Μαζί της, η εγγονή Πηνελόπη Γιαουρτά-Σωπασή και η δισέγγονη της κυρίας Πόπης, Ιφιγένεια. Γυναίκες τεσσάρων γενεών που συνεχίζουν την μικρασιατική παράδοση ακόμη και σήμερα...

Μαρία Δεληκωνσταντίνου-Μπάκα
Μόλις τριών ετών ήρθε η Μαρία Δεληκωνσταντίνου-Μπάκα από την πατρίδα, αλλά όλη της η ζωή είναι συνδεδεμένη με αυτήν. «Όλες οι εκφράσεις των γονιών μου και των μελών της οικογένειάς μου ξεκινούσαν «Στην πατρίδα κάναμε αυτό...» ή «Στην πατρίδα γινόταν το άλλο». Έτσι έμαθα κι εγώ να αγαπώ το Μάλκατζι της Σμύρνης για μια ζωή...», μας λέει η 91χρονη που σήμερα ζει μόνιμα στη Θήβα.
«Γεννήθηκα στις 28 Μαρτίου του 1919 , με το παλιό ημερολόγιο. Εκείνες τις μέρες έμπαινε ο ελληνικός στρατός στη Σμύρνη. Μου έλεγε η μάνα μου για τις χαρές και την θερμή υποδοχή που τους επεφύλαξαν στην αποβίβασή τους», μας λέει.
Η οικογένειά της είχε έξι παιδιά. Ο πατέρας της λεγόταν Γιώργος Μπάκας και η μητέρα της Αγγελική Ρουμελιώτη. «Ο πατέρας μου ήταν γεωργός –είχε αμπέλια με σταφίδες και τις έκανε εξαγωγή στο εξωτερικό. Το Μάλκατζι ήταν προάστιο της Σμύρνης και πηγαίναμε συχνά».
Πολλά πράγματα δεν θυμάται –οι διηγήσεις όμως της θείας της που ήρθε 20 χρονών κοπέλα από την πατρίδα έχουν χαραχτεί στη μνήμη της. «Ο Στεργιάδης, ο τότε διοικητής της Σμύρνης μας έλεγε «Μείνετε στις θέσεις σας, μείνετε στις δουλειές σα, δεν θα συμβεί τίποτα». Και την ίδια στιγμή, κατεβαίνανε από την Ασία οι Τούρκοι και σφάζανε, ξεκλήριζαν οικογένειες. Ο Στεργιάδης μας πήρε στο λαιμό του. Έγινε μακελειό. Μάθαμε πως όσα θύματα προκαλούσε κάθε Τούρκος αξιωματικός, τόσους βαθμούς θα παιρνε για προαγωγή...»
Η πρώτη εικόνα που κρατάει στο μυαλό της νόμιζε για πολλά χρόνια ότι ήταν όνειρο, αλλά τελικά ήταν αληθινό βίωμα. «Θυμάμαι που ανεβήκαμε σε ένα κάρο και φεύγαμε. Πήγαμε στη Σμύρνη. Αν περπατούσες στη Σμύρνη εκείνον τον καιρό ήταν ένα όνειρο. Καθώς περνούσαμε με το κάρο, έβλεπα τα ωραία μαγαζιά, τους ασφαλτοστρωμένους δρόμους και τα ωραία κτίρια, ωραίες ντυμένες γυναίκες στο δρόμο. Και μου φαίνονταν όλα τόσο ωραία, που δεν καταλάβαινα γιατί η μητέρα μου και οι υπόλοιποι έκλαιγαν...», λέει.
Φτάσανε στην προκυμαία. «Ετοιμαζόμασταν να μπούμε στα καράβια, αλλά είχε μεγάλη ουρά. Δεν μας άφηναν να πάμε ελεύθερα. Δεξιά και αριστερά ήταν στρατιώτες με εφ’ όπλου λόγχες σε σειρά. Από την άλλη μεριά είχε θάλασσα και από πίσω είδαμε μεγάλη τη φωτιά που έκαιγε τη Σμύρνη...
Κι εκεί η μοίρα τους επεφύλαξε μια δυσάρεστη έκπληξη. «Τελευταία στιγμή, πήρανε τον πατέρα μου. Μόλις 42 ετών ήταν τότε, νεότατος... Τον πήραν και έμεινε εκεί. Και ττελευταίο που είπε ήταν: «Τα παιδιά να προσέχεις. Μια χάρη σου ζητάω, να τα μάθεις γράμματα» είπε στη μάνα μας. Μας σταύρωσε δεν τον ξαναείδαμε. Δεν μάθαμε ποτέ τίποτα γι’ αυτόν. Κι ούτε κατάφερε ποτέ να έρθει στην Ελλάδα...».
Όταν έφυγαν από το Μάλκατζι πήραν μαζί τους τα απολύτως απαραίτητα. «Νομίζαμε ότι θα ξαναγυρίσουμε. Να φανταστείτε, αφήσαμε δεμένο το σκυλί. Και τελικά, μες την αναμπουμπούλα το είδαμε να τρέχει ανάμεσα στον κόσμο στην προκυμαία… Πώς είχε βρεθεί στη Σμύρνη, κανείς δεν ήξερε...»
Ήταν μόλις τριών ετών. Όταν οι Τούρκοι κράτησαν αιχμάλωτο τον πατέρα της, η μικρή Μαρία δεν μπορούσε εύκολα να περπατήσει. Η μητέρα της είχε ακόμη δύο παιδιά να κρατήσει. «Και τότε η μάνα μου σκόνταψε σε μια πεθαμένη. Πέφτει κάτω λοιπόν, κρατούσε δύο μωρά. Βλέπει λοιπόν από μακριά έναν Τούρκο που της έκανε νόημα. Φοβήθηκε μήπως της πάρει τα παιδιά, αλλά εκείνος ήταν καλός –άνθρωποι είναι κι αυτοί. Ζούσανε καλά στον τουρκομαχαλά, ήσυχα με τους Έλληνες. Που λέτε, τη σήκωσε και τη βοήθησε. Εκείνος μας έβαλε στο καράβι. Όμως με αυτήν την ιστορία, η μάνα μου αποκόπηκε από τους πατριώτες της. Στο καράβι που μπήκαμε ήταν άγνωστοι, άνθρωποι από το Ικόνιο και τη βαθιά Μικρά Ασία», διηγείται.
Το καράβι πήγαινε από νησί σε νησί, αλλά τα νησιά ήταν ήδη πλήρη. «Μετά πήγαμε στη Σύρο, ήταν φιλόξενος ο κόσμος, μας πήραν στο σχολείο. Πήραν τους πιο μεγάλους στα εργοστάσια να δουλέψουν, μας έδιναν γάλα, τυρί, φαγητό.
Μείναμε 2-3 μήνες στη Σύρο. Αλλά μετά, είπαμε να πάμε στη Σάμο, που η μαμά μου είχε έναν κουνιάδο παπά και είχαμε πει πως αν χαθούμε, θα βρεθούμε εκεί...»
Αλλά το μέρος ήταν φτωχό. Σύντομα, η οικογένεια έφυγε για τον Πειραιά. Επόμενος «σταθμός» ήταν η Θήβα. «Δίνανε τότε κλήρους στη Θεσσαλονίκη. Πολλοί από το χωριό πήγαν στην Μακεδονία. Εμείς ήρθαμε εδώ και μείναμε στον προσφυγικό συνοικισμό. Νοικιάσαμε στην αρχή παλιόσπιτα και μετά μας έδωσαν το σπίτι. Σχολείο εδώ πρωτοπήγα και ήμουν άριστη μαθήτρια. Του το κάναμε το χατήρι του πατέρα...», μας λέει.
«Μας λέγανε τουρκόσπορους, πρό-σφιγγες. Τίποτα δεν ξέρανε, αφήνανε τα χωράφια τους χέρσα. Κι είχαν δίπλα λίμνη, και δεν είχανε νερό! Εγώ, επειδή ήμουν καλή μαθήτρια μου έλεγαν «Μην το λες ότι είσαι πρόσφυγια, δεν θα έχεις μέλλον. Είναι όμως καύχημά μου!».
Ζήσανε φτωχή, αλλά καλή ζωή με τα καπνά και τη μοδιστρική της μητέρας της. Παρά την εκμετάλλευση των ντόπιων στα φτηνά εργατικά χέρια των προσφύγων, οι άνθρωποι, άξιοι και δουλευταράδες, κατάφεραν να ορθοποδήσουν. «Πάνω που συνήλθαμε ήρθε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος...
«Παντρεύτηκα το ’43, βιάστηκαν να με αποκαταστήσουν. Ο άνδρας μου, ο Ηρακλής Δεληκωνσταντίνος ήταν κι αυτός Μικρασιάτης από το Σεβδίκιοι. Και μου είχε πει πως όταν έφευγε ήταν 7 ετών και σκόνταψε σε σκοτωμένο. Όταν έπεσε, είδε στην τσάντα του λίγα λεφτά και τα πήρε. Του φώναξε ο πατέρας του ότι ήταν ντροπή. Αλλά με αυτά τα λεφτά σώθηκαν τον πρώτο καιρό...»
Σήμερα, η κυρία Μαρία έχει 5 παιδιά, 10 εγγόνια και έξι δισέγγονα… Συχνά τους λέει ιστορίες από την πατρίδα, αλλά και συνεχίζει τα έθιμα που της έμαθε η μάνα της: τον κλήδονα, τα Βάρβαρα... «Με καύχημα το λέω πως είμαι από την Μικρά Ασία», ξαναλέει...

Ευγενία Κατιδάκη
“Γεννήθηκα στη Μικρά Ασία το 1921, στην Αφισιά. Η μητέρα μου Αικατερίνη Κατιδάκη, Καλαφατάκη το γένος της. Ο πατέρας μου Δημήτριος... Τι γονείς καλοί είχα. Αφού όλο με τα στιχάκια μας μιλούσανε...”
Η Ευγενία Κατιδάκη θυμάται λέξη προς λέξη τους στίχους που τους έλεγε ο πατέρας τους: “Από μικρός εφύτεψα στη γη μας ένα δέντρο κι αντί καρπό μου έδωσε, βάσανα, πίκρες, πόνους”. “Δεν έχει ομοιοκαταληξία αλλά αυτό που είχε, η ψυχή μου είναι”, μας λέει...
“Φύγαμε το 1922 από το χωριό μας. Ήμουν μόλις 18 μηνών τότε και δεν θυμάμαι καλά, αλλά ορισμένες στιγμές έχουν χαραχτεί βαθιά στη μνήμη μου... Ο μπαμπάς ήρθε σε ένα χρόνο, παντρεύτηκε τη μαμά μου, απέκτησαν εμένα, έγινε ο πόλεμος της Τουρκίας και φύγαμε. Ήρθε ο διωγμός, ο ξεριζωμός και γι αυτό δε θυμάμαι τίποτα παρά, ένα σκυλάκι που είχαμε στο καράβι μέσα με αυτούς που ήρθαν παρέα κι όλο ξυνόμουν, ξυνόμουν κι εγώ. Κόντεψα να πεθάνω και να με πετάξουν από τη θάλασσα γιατί τελικά είχα κολλήσει τσιμπούρι από το σκυλί...”, μας λέει. “Όταν ήμασταν μέσα στο πλοίο, για να μη μας βάλει σε καραντίνα ο γιατρός πετούσαν στη θάλασσα τα άρρωστα μωρά. Τελικά τα καταφέραμε. Ήρθαμε με το θωρηκτό Αβέρωφ... Έχω γράψει και στίχους γι' αυτό: “ Είμαστε αποδιωγμένοι από του Τούρκου το λημέρι, πρόσφυγες κατατρεγμένοι. Πού να πάμε, πού να πάμε, τα καλά μας παρατάμε. Έφθασε ο Βενιζέλος ο Εθνάρχης του ελέους και στον Αβέρωφ μας μπαρκάρει κρητικό μας παλικάρι, σώθηκε η προσφυγιά γέμισαν πόλεις και χωριά. Η προσφυγιά μας σώθηκε και η προκοπή απλώθηκε χάρηκε και ο Πλαστήρας μας ο δεύτερος σωτήρας μας της Καρδίτσας το καμάρι το άξιο το παλικάρι”
Η οικογένεια της κυρίας Ευγενίας έφτασε στο Λαύριο. “Κι όπως βγαίναμε με τις βάρκες ήμασταν σαν αυτά τα καράβια με τους λαθρομετανάστες που βλέπουμε τώρα να έρχονται στην Ελλάδα. Όποτε τους βλέπω κλαίω. Σαν κι αυτούς ήμασταν...”, μας λέει.
“Οι Λαυριώτες τους δέχθηκαν καλά, αλλά δεν τους δίνανε δουλειά. Πήγαιναν οι άνθρωποί μας και δεν τους παίρνανε. Πρώτα μείναμε κοντά στο κέντρο υγείας και ήταν από πάνω παλαιά χτισμένα σπίτια της ελληνικής εταιρίας (λατομεία). Και μετά πήραμε σπίτι, αρχίσαμε να μένουμε κανονικά. Όπως είναι το οπωροπωλείο μέχρι την παλιά αστυνομία, μέχρι εκεί δεν ήταν χωρισμένα μαγαζιά, αλλά ήταν σαν είδος στάβλου που έβαζαν κτηνοτρόφοι τις τροφές, σαν αποθήκες. Τις άδειασαν μόλις είδαν εμάς και μας βάλανε μέσα εκεί και μένανε πάρα πολλές οικογένειες. Μετά μας σκορπίσανε σε σπίτια. Πολύ ωραία χρόνια. Αλλά τα σπίτια ήταν με αμίαντο...”, θυμάται.
Σχολείο πήγε μέχρι πέμπτη τάξη. “Γι' αυτό λέω: “Τα χρόνια μου αγράμματα περάσανε -τι λάθος, γι αυτό με τρώει ο καημός του ποιητού το πάθος. Ωσάν και άλλους ποιητές ποιήματα συνθέτω, μα όμως τις γραμματικές γνώσεις τους δεν κατέχω. Και ο Σεφέρης ποιητής ήταν εν Ελλάδι γιατί ήταν Σμυρνιός κι άφησε στην αγράμματη εμέ το παρακλάδι. Συνθέτω για τη θάλασσα, συνθέτω για τον Πόντο, συνθέτω για τον έρωτα, συνθέτω για τον πόνο...”
Από τη μητέρα της, η κυρία Ευγενία “κληρονόμησε” και τα τουρκικά τραγούδια που ακόμη τραγουδάει με την υπέροχη φωνή της.
“Παντρεύτηκα το 1943, μέσα στην κατοχή... Πήρα καλό άνδρα, δεν έχω παράπονο...”, μας λέει.
Θυμάται και νοσταλγεί τα ωραία φαγητά από την πατρίδα της. “Ο παππούς μου ήταν μάγειρας στην Αμερική, σεφ, και μας έφτιαχνε πολύ ωραία φαγητά. Η μαμά μου έμαθε από τις Τουρκάλες που ήταν γειτόνισες τα φαγιά τους. Εκείνο το ιμάμ μπαϊλντί όταν μας έφτιαχνε, λιποθυμούσαμε (από το “μπαϊλντι) από το φαγητό. Έβγαζε μια ουσία, νοστιμιά και το έκανε μαλακό, λαχταριστό...”, μας λέει.
Η νοικοκυροσύνη της, όλων των Μικρασιάτισων, είναι παροιμιώδης.. “Μια φορά είχα απλώσει ρούχα και κάποιοι ξένοι που περνούσαν θέλησαν να με γνωρίσουν για να δουν πώς έπλενα στο χέρι και είχα καταφέρει να τα κάνω τόσο άσπρα... Όλη τη νοικοκυροσύνη που κληρονόμησα από τη μαμά μου, την έδωσα στην κόρη μου...”
Δέσποινα Παραγιού
Γεννήθηκε στο Κουϊτζάκι Αλικαρνασσού το 1914 και σήμερα ζει στη νέα Αλικαρνασσό, λίγο έξω από το Ηράκλειο Κρήτης. Όταν έγινε τεσσάρων χρονών, η Δέσποινα Παραγιού μετακόμισε με την οικογένειά της στη Σάμο. “Ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από τη Μικρά Ασία, γιατί ήμουν μικρή. Όμως ξέρω ότι ο πατέρας μου ήταν δήμαρχος του χωριού μας. Η μαμά μου είχε οχτώ παιδιά, πέντε κόρες και τρία αγόρια. Και είχαμε κι έναν κοντινό συγγενή, τον Μιχάλη Μαχλά, προπάππου του ποδοσφαιριστή, που ήταν τολμηρός άνδρας κι είχε δικό του καΐκι. Με αυτό πήγαινε τη νύχτα και έπαιρνε τα παλικάρια, τα ελληνόπουλα, και τα περνούσε απέναντι στη Σάμο για να μην πάνε στον τουρκικό στρατό. Ξέρανε οι Έλληνες πως όσα αγόρια παίρνανε τα πηγαίνενανε στα Αμελέ Ταμπούρια για καταναγκαστικά έργα. Πολλά πήγανε και κανένα δε γύρισε. Για το λόγο αυτό, τα έφερνε τα παιδιά στην Ελλάδα για να σωθούν. Αλλά αυτό οι Τούρκοι το ανακάλυψαν γιατι λείπανε πολλά παιδιά. Και κάλεσαν τον πατέρα μου, τον Κυριάκο, που ήταν ο Δήμαρχος να τον ρωτήσει. Ο μπαμπάς δεν μπορούσε να μαρτυρήσει της αδερφής του το γιο κι από το ξύλο τον σκότωσαν. Τον πήρε σκοτωμένο η μάνα μου και τον έθαψε. Μισοσκοτωμένο τον φερανε στο σπίτι. Και μετά ο γιος της ο Κώστας, που ήταν ο μοναδικός προστάτης της οικογένειας, πήγε στο στρατό και χάθηκε εκεί, σκοτώθηκε. Ευτυχώς, πρόλαβε να στείλει μια επιστολή στη μάνα μου που έγινε η απόδειξη ότι σκοτώθηκε στο στρατό και βγήκε μια σύνταξη που τη βοήθησε στην ανατροφή των παιδιών της...”
Η πίκρα από το χαμό του πατέρα της, αλλά και ο πρώτος διωγμός οδήγησε την οικογένεια στη Σάμο. “Μείναμε στο χωριό Μυτιληνιοί, ήταν ωραία εκεί”, θυμάται η κυρία Δέσποινα. “Από τότε, η μάνα μου δεν σκεφτόταν να γυρίσουμε. Γιατί και ο άλλος της γιος έπεσε από το άλογο και έσπασε η σπονδυλική του στήλη. Στη δίνη του πολέμου δεν μπορέσαμε να βρούμε γιατρό και το παιδί πέθανε...”, διηγείται.
Με τρεις άνδρες της οικογένειας νεκρούς, η μάνα με τις 5 κόρες της έπρεπε να σκεφτεί την επιβίωση... “Μία αδερφή μου παντρεύτηκε και ήρθε εδώ στην Κρήτη το 1925. Μας έγραψε λοιπόν ένα γράμμα και ήρθαμε κι εμείς. Στην Αλικαρνασσό, λίγο έξω από το Ηράκλειο. Μας δώσανε ένα σπίτι στον προσφυγικό συνοικισμό και μέιναμε εδώ. Δύο δωμάτια είχε και ένα μπάνιο στο βάθος, μακριά-μακριά...Η Αλικαρνασσός τότε ήταν ερημιά. Και ξέρεις από πού φέρναμε νερό για τις ανάγκες μας; Από τα πηγάδια του Κατσαμπά, πολύ μακριά.. Πλέναμε και τα ρούχα μας εκεί στον ποταμό γιατι νερό εδώ δεν είχαμε. Υποφέραμε πολύ.”.
Όταν τη ρωτάμε τι θυμάται από τους ντόπιους μας λέει γελώντας “Εδώ πρώτα, στο Ηράκλειο αντί για πασατέμπο τρώγανε κουκιά μικρά. Μετά που ήρθανε οι Μικρασιάτες μάθανε τσι πασατέμποι...”, μας λέει.
Η μικρή Δέσποινα φοίτησε ως την Πέμπτη τάξη του Δημοτικού και μετά έγινε μοδίστρα. “Κάναμε παρέα με πρόσφυγες κυρίως. Και οι γάμοι το επιδίωκαν να είναι μεταξύ προσφύγων. Γι’ αυτό κι όταν κανείς παντρευότανε, ή καμιά αρραβωνιαζότανε, ρωτούσαν «πήρε δικό μας ή ξένο;» Τους κρητικούς δεν τους θέλανε, θέλανε όλο πρόσφυγες”, τονίζει.
Όλες οι αδερφές ήταν αγαπημένες και μονιασμένες. “Ο πόνος και η θλίψη ενώνει και δένει τους ανθρώπους. Ο πόνος σε φέρνει κοντά γιατί πρέπει να επιβιώσεις και δε σου μένει άλλος δρόμος από το να ενωθείς και να δέσεις, να σφιχτείς μαζί...”, λέει η ανιψιά της κυρίας Δέσποινας, Γεωργία Χατζηπαναγιώτη, μικρασιάτισα τρίτης γενιάς που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κρήτη. “Ο πατέρας μου γεννήθηκε στη Μενεμένη της Μικράς Ασίας και η μητέρα μου στο Κουιτζάκι , που είναι κοντα στην Έλασσο, ένα παραθαλάσσιο χωριό. Και ο άνδρας μου ήταν μικρασιάτης -οι γονείς του ήταν από την παλιά Αλικαρνασσό, από το Πετρούμι. Εμείς μεγαλώσαμε με τις ιστορίες των μεγαλύτερων για την πατρίδα. Μου άρεσε πάρα πολύ και άκουγα τη μητέρα μου, τους θείους μου και τα πεθερικά μου και έχω μάθει πάρα πολλά πράγματα”, μας λέει.
Η κυρία Γεωργία έχει καταγράψει τις ιστορίες που της έλεγαν η γιαγιά της και η πεθερά της. “Το μαρούλ μπαξέ ήταν ένας κήπος γεμάτος μαρούλια. Εκεί λοιπόν είχε και ένα κέντρο μέσα με καρέκλες , με τραπεζάκια, με καθαρά τραπεζομάντηλα και πηγαίνανε εκεί και οι επιστάτες βγάζανε τα μαρούλια. Τα έπλεναν στο μαγκανοπήγαδο και τα προσφεραν στους πελάτες μαζί με πιατάκια κι ένα μεγάλο πιάτο με ζάχαρη. Βάζανε στα πιατακια τους ζάχαρη, βουτούσαν τα μαρούλια και τα τρωγαν . Σέρβιραν και γλυκά του κουταλιού. Μαστίχα και λουκούμια. Όσοι ήθελαν έπιναν ούζο με μεζέδες παστουρμά και κοπανιστή. Επίσης, στις περισσότερες οικογένειες στην πατρίδα άρεσε να πηγαίνουν τις Κυριακές στην εξοχή. Η Ελασσο είχε πολύ ωραία μέρα, οι μπαξέδες της ήταν ξακουστοί, στα περιβόλια είχαν φυτέψει πολλές λεμονιές που έκαναν λεπτόκλαδα και ζουμερά λεμόνια. Τον καιρό της ανθοφορίας μοσχοβολούσε ο τόπος . Οι ομορφιές της ήταν άπιαστες, ο κάμπος ήταν γεμάτος πράσινη χλώρη, γέμιζαν τα μάτια σου πράσινο. Ευλογημένος τόπος λες κι ο Θεός είχε ακουμπήσει το χέρι του εκεί...”, μας διαβάζει για να μας πει μετά:
“Ο παππούς ήταν μερακλής, του άρεσαν οι διασκεδάσεις και το καλό ντύσιμο. Ήταν κουβαρντάς και γαλαντόμος πάντα μας έλεγε . “Όταν παίρνεις γεμίζουν τα χέρια σου, όταν δίνεις γεμίζει η ψυχή σου”. Ήταν πάντα πρόθυμος και κεφάτος, είχε ωραία κορμοστασιά και του πήγαινε το σαλβάρι. Πάντα φορούσε κατάσαρκα το κεμέρι ( μια πολύ φαρδιά ζώνη στην οποία έδεναν όλα τα πολυτιμα αντικείμενα που είχαν κι ετσι τα προστάτευαν) . “Νενέ αγαπούσες πολύ τον παππού;” την είχε ρωτήσει η μικρή αδερφή μου Μέλπω. Γιατι όλο γι’ αυτόν μιλάς. Εμείς παιδί μου αγαπιόμασταν πολύ ,από εκεινες τις αγάπες που δεν βρισκεις όσο κι αν γυρέψεις . Σε εμάς, η γνώμη του άντρα μας ήταν νόμος το σπίτι μας ήταν δεύτερο σχολείο , υπήρχε σεβασμός . Το σπίτι πρέπει να είναι ειρηνικός τόπος ανάπαυσης και παρηγορίας έλεγε ο παππούς. Έχω ευχάριστες αναμνήσεις από την οικογενειακή μας ζωή.
Από τις ιστορίες αυτές, η κυρία Γεωργία εμπνεύστηκε στίχους, που περιγράφουν τη ζωή των προγόνων της στη Μικρασία.
“Η πεθερά μου τη Μ. Ασία την έλεγε Ανατολή. Και γράφω εγώ:
« Σε λένε και Ανατολή ,
σε λεν’ και Μικρασία
μα όποιο όνομα σου πουν
για μας έχει αξία...
Πετρούμι σα σε θυμηθώ
χωλιώ κι αναστενάζω
απ’ το τζιέρι μου φωτιά
καπνό ντουμάνι βγάζω.
Θέλω τους μαχαλάδες σου πάλι να σεργιανίσω
να πάω στο συκουχάραμο τα σύκα να τριγήσω.
Να πιω και το τσιλόνερο (σ.σ.: ήταν ένα καθαρτικό νερό που το πίνανε στο τέλος της άνοιξης για να καθαρίσει ο οργανισμός - τσιλόνερο υπήρχε και στην Κρήτη και έτσι οι Μικρασιάτες συνέχισαν την παράδοση αυτή) για να βρω την υγειά μου.
Μπάνιο να κάνω στο χαμάμ να δροσιστεί η καρδιά μου.
Θέλω να πάω στο τσαρσί (σ.σ.:ανοιχτή αγορά),
να πάω στα μπεζεστένια (σ.σ.:σκεπαστή αγορά),
να πάρω αργυρομαστραπά και φιλντισένια χτένια.
Να πάρω και τσιμιόπανο (κεντητό πανί που στολίζανε πάνω από το τζάκι), να πάρω σιρτεδάκι (μικρό χαλάκι πάνω στο οποίο κάθονταν)
που η μάμη μου καθότανε κι έπινε καφεδάκι.
Και του σπιτιού μου την αυλή
νερό να λαντουρίσω
να πάρω και τη φροκαλιά (σ.σ.: σκούπα)
να τηνε φροκαλίσω.
Να κάτσω πάλι στο σοφρά
να φάω το κεσκέκι (σ.σ.: επίσημο φαγητό για γάμους, βαφτίσεις κλπ)
να πιω νερό να δροσιστώ
στο μπρούτζινο τσουμπλέκι.
Τη μακαρούνα του πασά (σ.σ.: ήταν το εθνικό φαγητό των Τούρκων)
στο χαρανί να ψήσω, ( σ.σ.κατσαρόλα)
να πιω κρασί να ζαλιστώ,
να πιω και να μεθύσω.
Να πω τραγούδια της χαράς,
τραγούδια χολιασμένα,
τραγούδια για την προσφυγιά
τραγούδια για τα ξένα .
Αχ να βλεπα στο λιμάνι σου
σημαία μπλε να μπαίνει
κι από το φανόχτι σου
ασπρος καπνός να βγαίνει.
Πατρίδες κι αν χαθήκατε
ζείτε στα όνειρα μας
και πάντα θα υπάρχετε
βαθιά μες την καρδιά μας”.
Κωστούλα και Μαρία Καφούση
Κατάγονται από τα Αλάτσατα της Μικράς Ασίας, αλλά σήμερα, οι αδερφές Μαρία και Κωστούλα Καφούση ζουν στα νέα Αλάτσατα του Ηρακλείου Κρήτης...
Παιδιά των “διωγμών” η Μαρία γεννήθηκε το 1918, κατά τον πρώτο διωγμό, στη Σάμο και η Κωστούλα το 1922, με τον τελευταίο ξεριζωμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.
“Είμαι Μικρασιάτισα Αλατσατιανή. Αυτό λέω και σε όποιον με ρωτάει. Στην Κρήτη περάσαμε καλά, τους αγαπήσαμε και μας αγάπησαν οι Κρητικοί, αλλά η ρίζα μας, η πατρίδα μας είναι στη Μικρασία”, μας λέει η Μαρία.
“Δεν θυμάμαι πώς ζούσαμε ή πώς φύγαμε -ήμουν άλλωστε πολύ μικρή. Η πρώτη εικόνα που θυμάμαι είναι στο Μασταμπά Ηρακλείου, όπου πήγα και σχολείο αργότερα. Πολλοί ακόμη μικρασιάτες μένανε εκεί.. Όταν παντρεύτηκα, επίσης Μικρασιάτη, ήρθαμε εδώ, στα Αλάτσατα”, συμπληρώνει η Κωστούλα.
Στην ίδια περιοχή λειτουργεί ο πολύ δραστήριος Σύλλογος Αλατσατιανών Ηρακλείου που καταφέρνει να συσπειρώσει τις νεότερες γενιές με κοινό παρονομαστή την αλατσατιανή καταγωγή. “Η Κρήτη ήταν το μέρος της Ελλάδας που δέχθηκε καλύτερα τους Μικρασιάτες. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν πολύ ταλαιπωρηθεί κι εδώ βρήκαν ανθρωπιά”, εξηγεί η Μαλβίνα Σφίγγα, πρόεδρος του Συλλόγου. “Ιδρύσαμε το σύλλογο το 1982. Μέχρι τότε, ο κόσμος είχε άλλα ενδιαφέροντα. Οι οικογένειες έπρεπε να επιβιώσουν και να ενσωματωθούν. Αφού ενσωματώθηκαν, ένιωσαν ανάγκη τα παιδιά να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες των γονιών μας. πεθερά μου όταν αρραβωνιάστηκα αμανέ παινέματα νύφης και γαμπρού. Μικρασιάτικο. Και πάλι όμως, στις διασκεδάσεις ξεκινάμε πάντα με τραγούδια κρητικά”, μας λέει.
Ο Σύλλογος το έβαλε σκοπό να μεταλαμπαδεύσει στα νέα παιδιά την κουλτούρα της Μικράς Ασίας. “Η μεταφορά και η διατήρηση των ηθών και των εθίμων της παράδοσής μας στα παιδιά μας είναι μία ανάγκη που νιώσαμε εμείς, η τρίτη γενιά. Εμείς, τα εγγόνια, θελήσαμε συνδεθούμε με τις ρίζες μας για να κατανοήσουμε την πορεία μας στο χρόνο. Ιδρύσαμε χορευτικό τμήμα και οργανώσαμε κι άλλες δραστηριότητες. Σήμερα, τα παιδιά μας αισθάνονται Μικρασιάτες. Πήγανε στα Αλάτσατα και κλαίγανε...”, μας λέει η κ. Σφίγγα, η οποία πηγαίνει συχνά στην Τουρκία και μάλιστα έχει τιμηθεί με το βραβείο Ιπεκτσί.