>Επιστημονικό συνέδριο για τον Δασκαλογιάννη 238 χρόνια μετά από το θάνατό του
Eζησε περήφανα, με όραμα για μια ελεύθερη πατρίδα μέσα στην τουρκοκρατία. Με το θάρρος του χάρισε το πρώτο σκίρτημα της ελευθερίας στην υποδουλωμένη Κρήτη. Για την επαναστατική του δράση μαρτύρησε στα χέρια των κατακτητών... 238 χρόνια μετά το θάνατό του, το επιστημονικό συνέδριο με θέμα «Δασκαλογιάννης: Η Κρήτη τιμά τον ήρωά της - Η επανάσταση του 1770, Μύθοι και Πραγματικότητες», που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα στο Ηράκλειο Κρήτης και στην Ανώπολη Σφακίων, έδωσε φως σε λεπτομέρειες της «Επανάστασης Δασκαλογιάννη», αλλά και στην ίδια την προσωπικότητα του επαναστάτη.
Ανάμεσα στις ομιλίες του συνεδρίου, ξεχώρισε η ενδιαφέρουσα εισήγηση του Κωστή Κοκκινόφτα, ερευνητή του Κέντρου Μελετών της Ιεράς Μονής Κύκκου, με θέμα «Κρήτη και Κύπρος στα τέλη του 18ου αιώνα. Μαρτυρίες για τα Ορλωφικά σε κυπριακό ιστορικό σύγγραμμα του 1788». Μέσα από τα αποσπάσματα που παραθέτει σήμερα ο «Φιλελεύθερος» σκιαγραφείται ο απόηχος της επανάστασης Δασκαλογιάννη, αλλά και η βαθιά σχέση μεταξύ των δύο νησιών...
Η ομιλία (απόσπασμα) του Κωστή Κοκκινόφτα έχει ως εξής:Το έργο του Αρχιμανδρίτη Κυπριανού «Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου», που εκδόθηκε «δι’ ιδίων αναλωμάτων» στη Βενετία, το 1788, αποτελεί το πρώτο επιστημονικό ιστορικό σύγγραμμα στα χρόνια του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού και μία μοναδική πηγή της κοινωνικής ιστορίας του. Ανδρωμένος πνευματικά στο περιβάλλον της Αρχιεπισκοπής Κύπρου, έχοντας μελετήσει επαρκώς τις παραδόσεις του τόπου του και κάτοχος ευρείας μόρφωσης από τις σπουδές και τα ταξίδια του στη Δύση, ο Κυπριανός πραγματεύεται με μοναδική δεξιότητα ζητήματα που αφορούν την ιστορία και τον πολιτισμό. Η διαποτισμένη από τα ιστοριογραφικά ρεύματα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού «Χρονολογική Ιστορία» του συνέβαλε τα μέγιστα στην κατάδειξη της ιστορικής συνέχειας και της πολιτιστικής ταυτότητας του Ελληνισμού της Κύπρου. Ο Κυπριανός μετείχε ενεργά στο πολιτιστικό γίγνεσθαι της εποχής του και συνδέθηκε άμεσα με τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, που διαδραματίστηκαν στο χώρο της καθ’ ημάς Ανατολής.
Στην πέραν των 400 σελίδων «Χρονολογική Ιστορία», ο Κυπριανός αναφέρεται και στα Ορλωφικά, τα οποία συσχετίζει άμεσα με τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-74, διασώζοντας μοναδικές πληροφορίες από τον απόηχό τους στην Κύπρο. Περιγράφει επίσης τον τρόμο του ντόπιου πληθυσμού από την είδηση για τις σφαγές και τον πλήρη αφανισμό του Μωριά, εξαιτίας του επαναστατικού κινήματος, που προκλήθηκε από την εκεί παρουσία ρωσικής αρμάδας, με τους ευνοούμενους της τσαρίνας Αικατερίνης της Δευτέρας, αδελφούς Θεόδωρο και Αλέξιο Ορλώφ. Αναφέρεται ακόμη στην έκπληξη των Κυπρίων από την είδηση για την καταστροφή του οθωμανικού στόλου, στις 24 Ιουνίου 1770, στον κόλπο του Τσεσμέ, και σημειώνει την κυριαρχία του ρωσικού ναυτικού στο Αιγαίο, κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου, που είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη πλοίου, που μετέφερε τους αυτοκρατορικούς φόρους από την Κύπρο και την κατάσχεσή τους από ρωσικό πειρατικό.
Ο Κυπριανός αφηγείται την αναστάτωση που προκάλεσε το άκουσμα του πολέμου στους Κυπρίους, οι οποίοι κλήθηκαν να παραδώσουν για τις ανάγκες των τουρκικών στρατευμάτων μεγάλη ποσότητα παξιμαδιού, που είναι πολύ πιθανόν να προωθήθηκε στο γειτονικό στην Κύπρο νησί της Κρήτης, όπου στο μεταξύ είχε ξεσπάσει το επαναστατικό κίνημα του Δασκαλογιάννη και χρειάστηκε η άμεση κινητοποίηση πολυάριθμου στρατιωτικού σώματος για την καταστολή του. Σύμφωνα με όσα αναφέρει, ο τοπικός διοικητής και οι εκπρόσωποι των Ελλήνων και Τούρκων του νησιού επέλεξαν να ακολουθήσουν μετριοπαθή στάση έναντι των εξελίξεων και να μην εμπλακούν στον πόλεμο. Παραδειγματιζόμενοι δε από την καταστροφή του Μωριά, όταν κατέπλευσαν ρωσικά πλοία στα παράλια μερίμνησαν σιωπηλώς να ανταποκριθούν στο ζητούμενο ανεφοδιασμό και να επισπεύσουν την αναχώρησή τους. Αναφέρει ακόμη, ότι για να ικανοποιήσουν απαιτήσεις των Ρώσων ναυτικών αγόρασαν από τα πλοία δούλους, «μαύρους και μαύρας», όπως σημειώνει, που οι ναυτικοί είχαν, πιθανότατα, συλλάβει κατά τις επιδρομές τους στα αφρικανικά παράλια. Προσθέτει επίσης, ότι όταν ναυάγησαν Ρώσοι στο νησί, οι ντόπιοι τους συμπεριφέρθηκαν με μεγάλη διάκριση και ακολούθως τους απελευθέρωσαν, επιδιώκοντας να μείνουν αμέτοχοι στις επιπτώσεις του πολέμου. Το εντυπωσιακό βέβαια στην προκειμένη περίπτωση είναι η στενή συνεργασία Ελλήνων και Τούρκων και η στάση των τελευταίων, που για τη διαφύλαξη της ειρήνης στον τόπο δεν δίστασαν να συμπαραταχθούν με τους πρώτους, ενάντια στα ευρύτερα συμφέροντα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η πολιτική σημασία της ενέργειας αυτής έχει μακροχρόνιες προεκτάσεις, που αγγίζει και πτυχές του σημερινού κυπριακού ζητήματος. Ο Κυπριανός επικροτεί τη συμπεριφορά τους και θεωρεί πραγματικούς πατριώτες όσους Έλληνες και Τούρκους μερίμνησαν, ώστε η ιδιαίτερή τους πατρίδα να αποστασιοποιηθεί από έναν «ξένο» πόλεμο. Όπως σημειώνει, παρόμοια αγαστή συνεργασία παρατηρήθηκε και το 1772, όταν εστάλησαν στην Κύπρο 300 στρατιώτες, για να τη φυλάσσουν από το ρωσικό ναυτικό, οπότε ζήτησαν με κοινές προσκλαύσεις στην Πύλη, που δεν είχαν όμως αποτέλεσμα, να μην επιμεριστούν τα δυσβάστακτα έξοδα της συντήρησής τους. Αναφέρει ακόμη, ότι την ίδια στάση τήρησαν και στη θανάτωση του τοπικού διοικητή Τζηλ Οσμάν και 18 ανθρώπων του, το 1764, από εξαγριωμένο πλήθος Ελλήνων και Τούρκων, οπότε οι εκπρόσωποί τους κατάφεραν, παρουσιάζοντας με μελανά χρώματα τον τρόπο διοίκησής του, να αποφύγουν τη σουλτανική οργή. Η αναφορά του Κύπριου Αρχιμανδρίτη σε πλήρη αφανισμό του Μωριά και η αόριστη σημείωσή του για παρόμοιες σφαγές σε άλλες περιοχές, υποδηλώνει την άγνοιά του για το μέγεθος της τραγωδίας, που την ίδια περίοδο συνετελέσθη στα Σφακιά, εξαιτίας του κινήματος του Δασκαλογιάννη. Κατά πάσα πιθανότητα αυτό οφείλεται στη νησιώτικη φύση της Κρήτης και στα προβλήματα που προκάλεσαν οι πολεμικές συγκρούσεις στις θαλάσσιες συγκοινωνίες, γεγονός που στέρησε από τον Κυπριανό, καθώς και από άλλους ιστορικούς και λογίους, τη σχετική πληροφόρηση. Η απουσία αναφοράς και προβολής του κινήματος στις εκτός Κρήτης πηγές, ίσως να ήταν και μία από τις αιτίες, που αυτό αγνοήθηκε στα χρόνια που ακολούθησαν από την ελληνική ιστοριογραφία.
Τέκνο του Διαφωτισμού, ο Κύπριος Αρχιμανδρίτης προσβλέπει στην εθνική αποκατάσταση, ως ιστορική αναγκαιότητα, και επικεντρώνεται στα διδάγματα της εγκαρτέρησης και της επιβίωσης, θεωρώντας ότι εξίσου σημαντικός με τον πολιτικό τομέα είναι και ο πολιτιστικός, ιδίως σε βάθος χρόνου. Πιστεύει ότι αυτό που προέχει είναι η καλλιέργεια και ενδυνάμωση των πνευματικών δυνάμεων του Ελληνισμού και της πολιτιστικής του παράδοσης, που αναμένει ότι θα συμβάλουν με τις μακροχρόνιες επενέργειές τους στη μελλοντική αμφισβήτηση του τυραννικού καθεστώτος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό και δεν επικροτεί τυχόν εμπλοκή του νησιού στα Ορλωφικά, που μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση και σφαγές, αφού, όπως συμπεραίνουμε από τα γραφόμενά του, θεωρεί ότι δεν έχει σχέση με προσπάθεια απελευθέρωσης των Ελλήνων, αλλά πρόκειται για τη δημιουργία ακόμη ενός πολεμικού μετώπου, εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Δασκαλογιάννης, αρκούντως μορφωμένος και πολυταξιδεμένος, όπως ο Κυπριανός, με ευρεία αντίληψη του κόσμου της εποχής και των προβλημάτων του, επιδιώκει επίσης την αναγέννηση του Ελληνισμού, αλλά επιλέγει διαφορετική τακτική για την επίτευξη των στόχων του από αυτήν του Κύπριου Αρχιμανδρίτη. Γι’ αυτό και ηγήθηκε επαναστατικού κινήματος, προφανώς εκτιμώντας ότι οι συνθήκες θα συνέτειναν στην αίσια κατάληξή του. Η σύγκριση των δύο εκ διαμέτρου αντίθετων επιλογών των Δασκαλογιάννη και Κυπριανού συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην κατανόηση του ιστορικού πλαισίου και των διαφορετικών ιδεολογικών προσεγγίσεων, που παρατηρήθηκαν ανάμεσα στους λογίους της εποχής. Αμφότεροι είχαν κοινούς στόχους, άμεσα συνδεδεμένους με την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων και την πνευματική τους αναγέννηση, αλλά υιοθέτησαν τελικά διαφορετική τακτική για την επίτευξή τους.
Ο Χριστόδουλος ΛεβέντηςΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟαυτή, το ηρωικό πνεύμα της Κύπρου διασώζει ο νεαρός Χριστόδουλος Λεβέντης από το χωριό Λεμύθου των βουνών του Τροόδους, ο οποίος έλαβε ενεργό μέρος στις πολεμικές αναμετρήσεις των Ορλωφικών. Στην ιστοριογραφία του νησιού θεωρείται προπομπός ενός μεγάλου αριθμού Κυπρίων, που συμμετείχαν στους εθνικούς αγώνες από την εποχή της επανάστασης του 1821 μέχρι τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την εθνική αντίσταση, καθιστώντας το κυπριακό εθελοντικό κίνημα το μαζικότερο στην ελληνική ιστορία των νεότερων χρόνων. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται και πολλοί Κύπριοι, που στελέχωσαν τα αντάρτικα σώματα στις κρητικές επαναστάσεις του 1866-69 και του 1896-97, όπως και ο απόγονος του Λεβέντη, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος ο Β’, ο οποίος συμμετείχε στους Βαλκανικούς πολέμους με το Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών.
Πνευματική αναγέννηση στην Κύπρο
Είναι άξιο αναφοράς ακόμη, ότι από την περίοδο αυτή γνώρισε ευρεία διάδοση στην Κύπρο το ψευδοπροφητικό έργο του Αγαθαγγέλου, που γράφτηκε στα μέσα του 18ου αιώνα, για να τονώσει τις ελπίδες των υπόδουλων Ελλήνων για ελευθερία και, κατά μία εκδοχή, να καλλιεργήσει το φιλορωσικό αίσθημά τους, ταυτίζοντας το ξανθό γένος της επικείμενης απελευθέρωσης με τους Ρώσους. Στην Κύπρο, το κείμενο αυτό χρησιμοποιήθηκε έκτοτε, ως πηγή προβλέψεων και έμπνευσης, με ποικίλες κάθε τόσο ερμηνευτικές τάσεις, ακόμη και κατά την τραγωδία του 1974, που συνέβαλε στην επαναδιατύπωση της ταύτισης Ρώσων και ξανθού γένους.
Η νηφάλια στάση των Κυπρίων κατά τα Ορλωφικά και η δημιουργία συνθηκών κοινωνικής ειρήνης έθεσε τη βάση για την πνευματική αναγέννηση, που παρατηρήθηκε στο νησί στα τέλη του 18ου αιώνα. Γι’ αυτό και ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος κατόρθωσε να ανασυστήσει την Ελληνική Σχολή στη Λευκωσία, όπου δίδαξε, από το 1774 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1780, ο διδάσκαλος Γεράσιμος από την Κρήτη, μετέπειτα Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και αργότερα Χαλκηδόνος. Επίσης, την ίδια περίοδο δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες που ευνόησαν την καλλιέργεια της εκκλησιαστικής τέχνης με την παρουσία στο νησί από το 1787, και για 25 τουλάχιστον χρόνια, του Κρητικού αγιογράφου Ιωάννη Κορνάρου, ο οποίος ζωγράφισε μεγάλο αριθμό φορητών εικόνων, τοιχογραφιών και αργυρεπίχρυσων καλυμμάτων και καθόρισε με την τεχνοτροπία του την πορεία της κυπριακής τέχνης, κατά τον 19ο αιώνα. Στην Κύπρο, ο Κορνάρος φιλοξένησε για κάποιο διάστημα τον επίσης Κρητικό αγιογράφο Μιχαήλ Πολυχρονίου, ο οποίος είχε εργαστεί προηγουμένως στη Συρία, κοντά στον προαναφερθέντα Κύπριο Πατριάρχη Ανθέμιο, όπου παρέμεινε για 12 χρόνια και ζωγράφισε τον πατριαρχικό ναό.
Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος και τα οφέλη της πολιτικής του
Στην Κύπρο, κύριος εκφραστής της πολιτικής που εξέφρασε με την πένα του ο Κυπριανός ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, ο οποίος, επιτελώντας μοναδικό εκπολιτιστικό έργο, κατάφερε ώστε μεγάλο μέρος της τοπικής εξουσίας να περιέλθει υπό ελληνικό έλεγχο. Η εθναρχική ιδιότητα της Κυπριακής Εκκλησίας, που αναγνωρίστηκε από το Οθωμανικό καθεστώς στα μέσα του 17ου αιώνα και επίσημα με την έκδοση φιρμανίου το 1754, του έδωσε τη δυνατότητα να θέσει τις βάσεις για τη βελτίωση της οικονομίας και τη συνεπακόλουθη εκπαιδευτική και κοινωνική ανάπτυξη. Γι’ αυτό και κατάφερε, μερικά χρόνια μετά το τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου, να εκδιώξει από την Κύπρο τον τυραννικό διοικητή Χατζημπακκή αγά, που καταδυνάστευσε τον τόπο μεταξύ των ετών 1773-1783.
Αλλά, και αμέσως μετά, να αποτρέψει επαναδιορισμό του, αφού συνεργάστηκε για τον σκοπό αυτό με τους Τούρκους κατοίκους του νησιού, με από κοινού παραστάσεις στην Υψηλή Πύλη. Σε συνδυασμό δε με τη σταδιακή συγκέντρωση πολιτικής δύναμης από τον εξ αγχιστείας συγγενή του, μεγάλο δραγομάνο Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο, δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες, που συνέτειναν στην επιβολή της εκκλησιαστικής ιεραρχίας επί της τουρκικής διοίκησης και στην απάμβλυνση των πιεστικών συνθηκών, κάτω από τις οποίες ζούσε ο χριστιανικός πληθυσμός.
Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα στασιαστικά κινήματα, που συνέβησαν στα χρόνια που ακολούθησαν, να προέρχονται από το Οθωμανικό στοιχείο, όπως εκείνα των Γενιτσάρων το 1799, των δυσαρεστημένων αγάδων και Τούρκων χωρικών το 1804, του Αλτιπαρμάκ το 1806 και του Απά αγά στη Λεμεσό το 1808, με μερικά από αυτά να στρέφονται εναντίον των Αρχιερέων.
Ποιος ήταν ο Ιωάννης Βλάχος ή Δασκαλογιάννης από τα Σφακιά
Ο ΙΩΑΝΝΗΣΒλάχος γεννήθηκε στην Ανώπολη Σφακίων, ένα ορεινό χωριό σε ύψος 600μ., περί τα δύο χιλιόμετρα από τη θάλασσα. Η ημερομηνία γέννησης δεν έχει προσδιοριστεί, αλλά πιθανότερες χρονιές θεωρούνται το 1722 ή το 1730.
Έμελλε να μείνει στην ιστορία της Κρήτης και ολόκληρου του ελληνισμού με το όνομα «Δασκαλογιάννης», επειδή ήταν πολύ μορφωμένος και οι γύρω του τον αποκαλούσαν «δάσκαλο». «Ο Δάσκαλος, ο Γιάννης» ήταν ο πρώτος Κρητικός επαναστάτης που ύστερα από 100 χρόνια δουλείας σήκωσε τα όπλα εναντίον του πανίσχυρου Τούρκου δυνάστη.
Όπως διαβάζουμε στη μελέτη του ιστιοδίφη Στέργιου Σπανάκη (περιοδικό Ιστορία-εφημερίδα Έθνος, τεύχος Ιουλίου 2009) και στο άρθρο της Ρίκης Ματαλιωτάκη (κρητικό περιοδικό Στιγμές, τεύχος 62), ο Δασκαλογιάννης «κρατούσε» από τη ναυτική γενιά των Ανδρουλακάκηδων, οικογένειας του χωριού Λουτρό Χανίων. Υπήρξε ένας από τους πλέον εγγράμματους, μορφωμένους και πολυταξιδεμένους Σφακιανούς. Ο πατέρας του ήταν ένας πλούσιος καραβοκύρης που τον μόρφωσε στο εξωτερικό, πιθανότατα στην Ιταλία όπου σπούδαζαν τότε κι άλλοι Κρητικοί, αφού μιλούσε την ιταλική γλώσσα.
Στην εμφάνιση ήταν άντρας μετρίου αναστήματος, ανδροπρεπής και εύχαρις ως χαρακτήρας. Είχε φυσική ευφράδεια και έπειθε εύκολα αφού είχε το σπάνιο χάρισμα της ρητορικής ηγεσίας. Στην κατοχή του ο Δασκαλογιάννης είχε τέσσερα τρικάταρτα καράβια κι ο ίδιος ταξίδευε με αυτά στα λιμάνια της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.
Είχε, μαζί με τ’ αδέρφια του, ναυτικά «πρακτορεία» στα κυριότερα λιμάνια και σε πολλά ελεύθερα ελληνικά νησιά, όπως στα Κύθηρα.
Ο Δασκαλογιάννης δεν άργησε να βρεθεί στις συσκέψεις των Ελλήνων του εξωτερικού που γινόταν στην Τριέστη, υπό την υποκίνηση του Ορλόφ για επαναστατικό κίνημα στην σκλαβωμένη Ελλάδα. Η ιστορία λέει ότι αποδέχθηκε αμέσως την πρόταση για επανάσταση δίνοντας βάση στα μεγάλα λόγια και τις κούφιες υποσχέσεις περί ρωσικής βοήθειας και συμπαράστασης.
Οι Τούρκοι καταλάμβαναν τότε ήδη έναν αιώνα την Κρήτη και τρεις αιώνες τον Μοριά και τη Ρούμελη. Τα Σφακιά, όμως, που δεν ησύχασαν ποτέ κατά την ενετική κατοχή, εξακολουθούσαν να αντιστέκονται. Στην περιοχή φαίνεται ότι έμεινε για λίγο καιρό Τούρκος αξιωματούχος, αλλά κανένας δεν εγκαταστάθηκε μόνιμα...
Μετά τη μύηση στην επαναστατική δράση, ο Δασκαλογιάννης γύρισε στα Σφακιά με όνειρα και ενθουσιασμό για την απελευθέρωση του τόπου του και σύντομα πείθει και τους συμπατριώτες του. Τους κάνει να πιστέψουν ότι ήρθε η ώρα να ελευθερωθεί το γένος των Ελλήνων από τους Αγαρηνούς με τη βοήθεια του ξανθού γένους, των Ρώσων δηλαδή.
Τέλος Ιανουαρίου 1770, οι Τούρκοι των Χανίων αναφέρουν στο σουλτάνο ότι δεκάδες ρωσικά πλοία εισέβαλαν στη Μεσόγειο από το Γιβραλτάρ. Ο Αλέξιος Ορλώφ, που βρισκόταν τότε στην Πάρο με το ρώσικο στόλο, στέλνει επιστολή στον Δασκαλογιάννη και του υπόσχεται βοήθεια, αφού αρχίσει τον αγώνα. Με τη γραπτή διαβεβαίωση του αρμόδιου εκπροσώπου της Ρωσίας, δεν ήταν δυνατόν να μην πιστέψουν ότι μια ομόδοξη αυτοκρατορία, με τόσες δυνατότητες, μπορούσε να τους εγκαταλείψει στα νύχια του αιμοβόρου θηρίου για να τους κατασπαράξει.
Την 25η Μαρτίου 1770, δεκάδες παπάδες πάνοπλοι και 2000 επαναστάτες με τους καπετάνιους τους, ύστερα από μια πανηγυρική λειτουργία μετά των απαραιτήτων πυροβολισμών, κήρυξαν την επανάσταση, υψώνοντας την επαναστατική σημαία στην Ανώπολη.
Όμως τελευταία στιγμή ο Αλέξιος Ορλώφ με το ρώσικο στόλο, αντί να πλεύσει προς τα Χανιά, όπως είχε υποσχεθεί με την επιστολή προς τον Δασκαλογιάννη, έπλευσε προς τον Τσεσμέ όπου και συμμάχησε με τον τούρκικο στόλο και του δόθηκε ο τίτλος «Τσεσμενέσκη», δηλαδή νικητής του Τσεσμέ. Η κίνηση αυτή, έμεινε στην ιστορία σαν «Ορλωφικά» κι απέδειξε ότι οι Έλληνες χρησιμοποιήθηκαν σαν αντιπερισπασμός της Ρωσίας έναντι της Τουρκίας, καθώς με τη συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή οι ρωσικές δυνάμεις αποχώρησαν εγκαταλείποντας τους Έλληνες.
Ο Δασκαλογιάννης βλέπει τα σχέδια του να καταρρέουν μετά την εγκατάλειψη των Ρώσων, εν τούτοις δεν εγκαταλείπει τον αγώνα. Συνεχίζει έστω κι αν αρχίζει να χάνεται κάθε ίχνος ελπίδας. Η υπεροχή των Τούρκων σε αριθμό και η απουσία βοήθειας ανάγκασαν τον Δασκαλογιάννη να αναδιπλωθεί στα βουνά και τα περάσματα. Ο αρχηγός, απογοητευμένος από την απατηλή στάση των Ρώσων, συγκέντρωσε όλα τα τμήματα στις πύλες των Σφακιών.
Ακολούθησαν πολλές μάχες και σφαγές. Ύστερα από πολλές διεργασίες, ο Δασκαλογιάννης παραδόθηκε στους δήμιους του. Λένε ότι γενίτσαροι του έκοβαν το δέρμα του και το πετούσαν στον συγκεντρωμένο όχλο που ήρθε να δει το θάνατο του αρχηγού. Μετά τα φρικτά βασανιστήρια, ο Δασκαλογιάννης άφησε τελικά την τελευταία του πνοή.
Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη γέμισε θάρρος τις καρδιές των καταφρονημένων.