Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009
9,5 εκατ. ευρώ για τις... εκλεκτικές συγγένειες
Εντονες αντιδράσεις έχει προκαλέσει στα πανεπιστήμια της χώρας η απόφαση της προηγούμενης ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας να αναθέσει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ) το επιδοτούμενο από τη ΕΕ πρόγραμμα με τίτλο: Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση Εκπαιδευτικών για Θέματα Πρόληψης και Διαχείρισης Εκτακτων Αναγκών σε Σχολικές Μονάδες.
Η προκήρυξη του προγράμματος ύψους 9,5 εκ. ευρώ έγινε τον Ιούνιο του 2009 και με διαδικασίες-εξπρές (6 Ιουλίου έκλεινε η υποβολή των προτάσεων, 13/8 κατακυρώθηκε) εγκρίθηκε η πρόταση που είχε καταθέσει μόνο του το Πανεπιστήμιο Αθηνών και συγκεκριμένα ο καθηγητής γεωλογίας Ευθύμιος Λέκκας.
Το Τμήμα Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών είχε «απέναντί» του τρεις προτάσεις από «συμπράξεις» σχεδόν όλων των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων της χώρας: με συντονιστή το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο (ΑΠΘ), κοινή πρόταση είχαν καταθέσει το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ), το Πολυτεχνείο Κρήτης και τα Πανεπιστήμια Αιγαίου και Ιωαννίνων. Αλλη πρόταση είχε καταθέσει τα Πανεπιστήμια Πειραιώς, Θεσσαλίας και Πατρών. Η τρίτη πρόταση που έλαβε μέρος στη διαδικασία ήταν κοινή από σχεδόν όλα τα ΤΕΙ της χώρας.
Το πρόγραμμα ανατέθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με βαθμό 9,6. Δεύτερη αξιολογήθηκε η πρόταση με συντονιστή το ΑΠΘ, με βαθμό 8,3. Τα αποτελέσματα του προγράμματος ανακοινώθηκαν στις 13 Αυγούστου, χρόνος ρεκόρ για τα ελληνικά δεδομένα. Ετσι, ελαχιστοποιήθηκαν τα περιθώρια ενστάσεων, αφού ακολούθησε η προκήρυξη των εκλογών και η αλλαγή της ηγεσίας του ΥΠΕΠΘ.
Οι πρυτανικές Αρχές των εμπλεκόμενων πανεπιστημίων διαμαρτυρήθηκαν έντονα με επιστολές στον τότε υπουργό Παιδείας Αρη Σπηλιωτόπουλο για τις «περίεργες συμπτώσεις» που παρατηρήθηκαν κατά την επιλογή του Πανεπιστημίου Αθηνών, που ακυρώνουν ολόκληρη τη διαδικασία επιλογής.
Στις επιστολές διαμαρτυρίας που έχει στη διάθεσή του το «Εθνος της Κυριακής» τονίζεται ότι μέλη της επιτροπής αξιολόγησης συνδέονται έμμεσα και άμεσα με τον Ε. Λέκκα, αλλά και ότι το ποσό των 9,5 εκ. ευρώ που καλείται να απορροφήσει το πρόγραμμα είναι εξωφρενικό - ο προϋπολογισμός για τα 42 τμήματα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για ένα έτος ανέρχεται μόλις στα 8,5 εκ. ευρώ!
«... Από τα συμφραζόμενα τόσο των συναδέλφων του Πανεπιστημίου Αθηνών όσο και του Ειδικού Γραμματέα (σ.σ.: του ΥΠΕΠΘ) κ. Κοντογιάννη, υποπτευόμασταν ότι η προκήρυξη ήταν εικονική και ότι το έργο είχε ήδη δοθεί στον κ. Λέκκα από το Παν. Αθηνών», αναφέρει ο πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης Ι. Γρυσπολάκης. Στην επιστολή έντονης διαμαρτυρίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας επισημαίνεται ότι σε αντίθεση με όλες τις άλλες περιπτώσεις, «η εν λόγω διαδικασία ολοκληρώθηκε σε χρονικό διάστημα 1 μήνα, γεγονός πρωτοφανές, και απόφαση ανάθεσης του έργου ελήφθη στις 13 Αυγούστου 2009, εντός των θερινών διακοπών...».
Διάτρητη η «βαθμολογία»Οι... φίλοι και συνεργάτες της επιτροπής αξιολόγησης
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται «ότι η σύνθεση της επιτροπής αξιολόγησης δεν παρείχε κανένα εχέγγυο αντικειμενικής βαθμολόγησης, λόγω της μη εξειδίκευσης των μελών της με το αντικείμενο του προγράμματος, αλλά και των σχέσεων που γνωρίζουμε ότι υφίστανται μεταξύ μελών της επιτροπής και του Παν/μίου που ανατέθηκε το έργο», σημειώνει ο αντιπρύτανης Θεσσαλίας.
Πράγματι, με μια απλή αναζήτηση στα ερευνητικά προγράμματα και στις δημοσιεύσεις του καθηγητή Ε. Λέκκα είναι πολύ εύκολο να διαπιστώσει κανείς πως ένας εκ των αξιολογητών έχει συνεργαστεί επανειλημμένως με τον καθηγητή! «Είναι και ο λόγος που σκοπεύουμε να προσφύγουμε στην ΕΕ. Βασικός κανόνας των αξιολογητών είναι να μην έχουν καμία σχέση επιστημονική ή άλλη με τους επιστήμονες που βαθμολογούνν», δηλώνει στο «Εθνος της Κυριακής» ο καθηγητής του ΑΠΘ Σπ. Παυλίδης, συντονιστής της πρότασης που αναδείχθηκε δεύτερη.
Ενα ακόμη μέλος της επιτροπής φέρεται να έχει προσπαθήσει να γίνει υποψήφιος διδάκτορας στο συγκεκριμένο τμήμα του Παν. Αθηνών. Αιχμές και σε βάρος του υπουργού αφήνουν οι επιστολές, αφού μία από τους βαθμολογητές φαίνεται να προέρχεται από το χώρο του τουρισμού, υπουργείου όπου είχε θητεύσει ο Α. Σπηλιωτόπουλος.
Η Κωνσταντίνα Σκαναβή, καθηγήτρια στο Παν. Αιγαίου, συμμετέχουσα στην πρόταση του ΑΠΘ, δίνει ένα παράδειγμα του πώς λειτουργεί το σύστημα των προγραμμάτων: «Επί υπουργίας Μ. Γιαννάκου, είχε προκηρυχθεί πρόγραμμα επιμόρφωσης εκπαιδευτικών στο περιβάλλον, με ποσό των 3,1 εκ. ευρώ. Κατατέθηκαν 8 προτάσεις, η μία από Παν. Αιγαίου που βγήκε πρώτη και στις 2 αξιολογήσεις. Το Παν. Αθηνών διέρρευσε μια έντεχνα παραποιημένη πληροφορία, ότι μέλος της επιτροπής εργαζόταν σε εμάς.
Μέχρι να πεισθεί η ηγεσία του υπουργείου για την ορθή αξιολόγηση, άλλαξε ο υπουργός. Ο κ. Στυλιανίδης δεν έδωσε καμία σημασία στο θέμα και τελικά τα χρήματα χάθηκαν από τους εκπαιδευτικούς μας, στους οποίους ανήκαν!».
| Αντιδράσεις: |
Πιστεύουν ότι δεν έχουν AIDS, κι ας βγαίνουν θετικοί στα τεστ...
Πρόκειται για τους «αρνητές του AIDS» (AIDS denialist), εκφραστές μιας αμφισβήτησης που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια παγκοσμίως.
Οι περισσότεροι είναι ασθενείς, φορείς του ιού, αλλά -ακόμη- και μέλη της ιατρικής κοινότητας, που πιστεύουν πως ο ιός HIV κατασκευάστηκε στο εργαστήριο, θεωρούν το AIDS εφεύρεση των φαρμακοβιομηχανιών για να κερδίζουν δισεκατομμύρια, πως στιγματίζονται για πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους και ότι η θεωρία «HIV ίσον AIDS» πρέπει να επανεξεταστεί.
Ο... αντίλογος των «αρνητών» συχνά συνοψίζεται ως εξής: «Ενας νέος άνθρωπος που έχει βρεθεί οροθετικός ας εξετάσει και τις δύο πλευρές της μυθολογίας του HIV με ανοιχτό μυαλό και κριτικό πνεύμα. Να πάρει τον ερωτικό του σύντροφο και να λύσουν τις απορίες τους μαζί μέσα από το ίντερνετ όπου θα βρουν πληροφορίες που δεν δίνονται από τους γιατρούς και τα ΜΜΕ. Να απελευθερωθούν από την «κατάρα του AIDS» και να απελευθερώσουν και τους άλλους γύρω τους»...
Στην Ελλάδα, η τάση αυτή εκφράζεται δημόσια μέσω της δημοσιογράφου Μαρίας Παπαγιαννίδου και της ιστοσελίδας της με τίτλο «Αποκαλύπτοντας το AIDS». Η ίδια θεωρείται οροθετική εδώ και 24 χρόνια.
«Αρχισαν να αναρωτιέμαι»«Παρέμεινα χωρίς κανένα σύμπτωμα της «μόλυνσης» επί σειρά ετών, και άρχισα να έχω σοβαρές περιφερειακές λοιμώξεις, δηλαδή έγινα ασθενής του AIDS, στην περίοδο που έπαιρνα τα φάρμακα του AIDS, από το 1995 έως το 2007. Νοσηλεύτηκα στο νοσοκομείο 12 φορές σε 10 χρόνια. Χάρη στη συχνή αλλαγή της αντιρετροϊκής θεραπείας, κάθε περιπέτεια είχε ανεξήγητη ανάκαμψη. Ωσπου άρχισα να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να συμβαίνουν όλα αυτά σε μένα και σε άλλους. Η όλη αναζήτηση είχε ευτυχή κατάληξη για μένα: διέκοψα τα χάπια, τις εξετάσεις και τους γιατρούς του AIDS στις 23 Απριλίου 2007 και έκτοτε αισθάνομαι ξανά δυνατή και αισιόδοξη όπως πριν κάνω αυτό το τεστ», μας λέει.
Σύμφωνα με την κ. Παπαγιαννίδου, «πρέπει να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε με το AIDS. Ακόμα και ο όρος «αρνητές του AIDS» είναι προσβλητικός για όσους αναζητούν τη ρίζα του προβλήματος πέρα από τον αφορισμό «ο ιός HIV προκαλεί το AIDS», ο οποίος δεν αποδείχθηκε ποτέ. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα του πολίτη να διαχειρίζεται την υγεία και την αρρώστια του και να επιλέγει ο ίδιος τι θεραπεία μπορεί να κάνει για τον εαυτό του».
«Οταν βγει κανείς ''θετικός'' στο τεστ για τον HIV προκαλεί στίγμα, συναισθηματικό τραύμα, κοινωνική απομόνωση. Mπορεί να χάσεις τη δουλειά σου, τους φίλους σου, τον ερωτικό σου σύντροφο, την ασφάλεια ζωής σου, την επιμέλεια των παιδιών σου, στο τέλος την υγεία σου και μόνο γιατί έκανες αυτό το τεστ», λέει η κ. Παπαγιαννίδου.
Τα αποτελέσματα της άρνησης του HIV ως αιτίου του AIDS καταδεικνύονται με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο στο παράδειγμα της Ν. Αφρικής, μιας χώρας με σοβαρότατη επιδημία HIV. Η άρνηση του πρωθυπουργού Μπέκι και της υπουργού υγείας του επί σειράν ετών να δεχτούν τη σχέση μεταξύ HIV και AIDS και η ολιγωρία τους να διαθέσουν φάρμακα και να κάνουν εκστρατείες πρόληψης, υπολογίζεται ότι στοίχισε 334.000 θανάτους από AIDS, 171.00 νέες μολύνσεις σε ενήλικες και 35.000 μολύνσεις νεογνών.
Καθηγητής Γ. ΠαυλάκηςΗ αλήθεια επιστρέφει και εκδικείται
Η ιατρική κοινότητα με ελάχιστες εξαιρέσεις απορρίπτει μετά βδελυγμίας τις απόψεις αυτές, αφού η κλινική πράξη καθημερινά επιβεβαιώνει τόσο τη σχέση μεταξύ HIV και AIDS όσο και την αποτελεσματικότητα των ειδικών φαρμάκων κατά του ιού. Εκκληση απευθύνει μέσω του «Εθνους της Κυριακής» και ο διεθνούς φήμης ερευνητής Γιώργος Παυλάκης, διευθυντής του Εργαστηρίου Ανθρωπίνων Ρετροϊών στο Τμήμα Εμβολίων του Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου των ΗΠΑ.
«Οι αρνητές του AIDS κάνουν μεγάλο κακό σε πολλούς ασθενείς που θέλουν πολύ να πιστέψουν ότι δεν πάσχουν, σταματούν τα φάρμακά τους και στη συνέχεια πεθαίνουν από AIDS...
Δουλεύουμε για πολλά χρόνια με πολύ μεγάλο κόστος για να βρούμε κάτι ωφέλιμο και οι αρνητές στερούν τη δυνατότητα να εφαρμοστεί σωστά...», τονίζει.
Οι ειδικοί γιατροί κάνουν λόγο για ασθενείς που πίστεψαν τη θεωρία της άρνησης, σταμάτησαν τα φάρμακά τους, με αποτέλεσμα να «σπείρουν» τον ιό σε ανυποψίαστους ερωτικούς συντρόφους και οι ίδιοι να καταλήξουν τελικά από την ασθένεια.
«Ο στρουθοκαμηλισμός δουλεύει, αλλά για λίγο και η πραγματικότητα επιστρέφει και εκδικείται», σημειώνει χαρακτηριστικά ο καθηγητής Παυλάκης.
«Θεραπευτική αγωγή μέσω ίντερνετ δεν μπορεί να γίνει. Oπως δεν βασιζόμαστε στα ΜΜΕ για θεραπείες ασθενειών, έτσι δεν μπορεί να βασίζεται κανείς σε τυχαίες γνώμες που δεν ξέρει από πού έρχονται. Ο ασθενής έχει δικαίωμα στη σωστή και τεκμηριωμένη πληροφόρηση. Και βέβαια, η άρνηση της πραγματικότητας δεν ωφελεί κανέναν», τονίζει ο Δρ. Παυλάκης.
| Αντιδράσεις: |
Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009
Όταν η Κύπρος ψηφίζει για Πρόεδρο της ΝΔ...
Η ώρα της κάλπης... ξαναπλησιάζει για τη Νέα Δημοκρατία, κοντά δύο μήνες μετά την εκλογική αναμέτρηση στην Ελλάδα. Σε μία εβδομάδα από σήμερα, στις 29 Νοεμβρίου, τα μέλη του κόμματος καλούνται να εκλέξουν τον αρχηγό της αρεσκείας τους, τον αρχηγό που θα ηγηθεί της αξιωματικής αντιπολίτευσης με προοπτική διακυβέρνησης...
Ενόψει της εκλογής νέου προέδρου στη ΝΔ, ο «Φιλελεύθερος» μίλησε με τους εν Ελλάδι Κύπριους που έχουν άποψη για το θέμα και πρόκειται να ψηφίσουν την ερχόμενη Κυριακή. Μίλησε όμως και με τους υποψηφίους, οι οποίοι κλήθηκαν να τοποθετηθούν ειδικά για τον «Φιλελεύθερο».
«Στις 29 Νοεμβρίου, προσδοκούμε στην δυναμική παρουσία του Κυπριακού Ελληνισμού. Επενδύουμε στην συμμετοχή όλων αυτών των ανθρώπων που εκτός από τους συνεχείς κοινούς μας αγώνες για την επανένωση της Μεγαλονήσου και τον τερματισμό της κατοχής, μας ενώνει ένα ακόμη κοινό όραμα: ένα μέλλον πρωτοπορίας και πολιτικής κυριαρχίας για τη Νέα Δημοκρατία», δήλωσε στον «Φ» η πρώην υπουργός Εξωτερικών και υποψήφια πρόεδρος της ΝΔ Ντόρα Μπακογιάννη.
«Από αυτό εδώ το βήμα, λοιπόν, της ιστορικής εφημερίδας του Φιλελεύθερου, σας καλώ όλους τους φίλους Κυπρίους να αντισταθείτε στις πιέσεις, να μην ενδώσετε στην πόλωση. Να στηρίξετε τη δυνατή φωνή της Μακεδονίας και του Ελληνισμού. Να δείξετε τη δύναμή σας! Να ψηφίσετε για πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας τον Παναγιώτη Ψωμιάδη», δηλώνει ο τρίτος υποψήφιος.
Τι προσδοκούν οι εν Ελλάδι Κύπριοι Νεοδημοκράτες
«Ανήκω ιδεολογικοπολιτικά στη Νέα Δημοκρατία. Πιστεύω στον πολιτικό φιλελευθερισμό και στο κοινωνικό κράτος. Αποφάσισα να στηρίξω ανοιχτά τη Ντόρα Μπακογιάννη. Η επιλογή μου αυτή έχει άμεση σχέση με τη διπλή μου ιδιότητα του Κύπριου πολίτη και του ανθρώπου που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα», δηλώνει στον «Φιλελεύθερο» ο Λοΐζος Λοΐζος, Πρόεδρος της Ένωσης Κυπρίων Ελλάδας (ΕΚΕ) και μέλος της Νέας Δημοκρατίας. «Πιστεύω πως η Ντόρα Μπακογιάννη ακολουθεί μια σώφρονα πολιτική στο Κυπριακό που δίνει άμεση προτεραιότητα στη δίκαιη λύση του σε σύντομο χρόνο. Συνεργάστηκε άριστα και παραγωγικά ως υπουργός Εξωτερικών με τον αείμνηστο Τάσσο Παπαδόπουλο και με το Δημήτρη Χριστόφια. Έχω την άποψη ότι πρέπει τα δύο μεγάλα κόμματα της Ελλάδας να συνεργαστούν για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ελληνισμού και την επίλυση των προβλημάτων με τους γείτονες. Η Ντόρα Μπακογιάννη μπορεί να συνεργαστεί άριστα με τον Γιώργο Παπανδρέου γιατί ακολουθούν και οι δύο παράλληλους δρόμους. Έχει άλλωστε καλύτερη εικόνα και μεγαλύτερη αξιοπιστία στο εξωτερικό, πράγμα που θα βοηθήσει την Ελλάδα στο διεθνή στίβο και την Κύπρο στον αγώνα της για δικαίωση. Συμπερασματικά, μπορώ να πω ότι η εκλογή της Ντόρας Μπακογιάννη στη θέση του Προέδρου της ΝΔ ενισχύει την προοπτική επίλυσης του Κυπριακού και την πρόοδο και την ευημερία των Ελλήνων».
Αν και δεν είναι μέλος της ΝΔ, ο καθηγητής ιατρικής του πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Πετρίκκος επέλεξε να τη στηρίξει στις πρόσφατες εκλογές. «Στην εκλογή νέου Προέδρου θα στηρίξω την υποψηφιότητα του Αντώνη Σαμαρά, κυρίως λόγω της στάσης που κράτησε η Ντόρα Μπακογιάννη και ολόκληρη η οικογένειά της στο Σχέδιο Ανάν, που πριν ακόμη εκδηλώσει τη γνώμη του ο κυπριακός λαός, σύσσωμη η οικογένεια είχε ταχθεί υπέρ του ΝΑΙ...», μας λέει. Ο λοιμωξιολόγος-παθολόγος και διευθυντής της τέταρτης παθολογικής κλινικής του Αττικού νοσοκομείου έχει διατελέσει πρόεδρος της ΕΚΕ και ιδρυτής –και πρώτος πρόεδρος- της Ομοσπονδίας Κυπριακών Οργανώσεων Ελλάδας (ΟΚΟΕ). «Πιστεύω ότι ο Αντώνης Σαμαράς θα τηρήσει μια πιο σθεναρή εθνοπρεπή στάση απέναντι στην Τουρκία και στη διαφαινόμενη προσπάθεια επίλυσης του κυπριακού με ένα νέο σχέδιο Ανάν. Όποιος κι αν εκλεγεί πάντως, περιμένω και την πιο δυναμική στάση του για κυπριακά», τονίζει.
«Για ‘μενα προέχει η ενότητα του κόμματος και όχι η επιλογή προσώπου. Πιστεύω πάντως ότι η ενότητα είναι υπόθεση του νικητή», εξηγεί στον «Φ» ο Όμηρος Παπασάββας, στέλεχος του ΔΗΣΥ στην Ελλάδα και μέλος της ΝΔ. «Δεν έχω ακόμη αποφασίσει ποιον θα ψηφίσω, αλλά αυτό που περιμένω από τον αυριανό αρχηγό της ΝΔ είναι να σεβαστεί την φωνή της βάσης των ψηφοφόρων του κόμματος που δεν θέλουν λύση στο Κυπριακό όπως στο Σχέδιο Ανάν. Αλλά και πέρα από αυτό, προσδοκώ η ΝΔ να λειτουργήσει με τον καλύτερο τρόπο ως αντιπολίτευση γιατί μόνο έτσι θα βοηθήσει και την κυβέρνηση να παίρνει τις σωστές αποφάσεις για τα εθνικά και διεθνή θέματα», συμπληρώνει.
«Κατά τη γνώμη μου η στάση του Κώστα Καραμανλή στο κυπριακό και τα εθνικά γενικότερα ήταν πολύ σωστή. Από τους υποψηφίους, λοιπόν, αυτή που είναι πιο κοντά του, θεωρώ πως είναι η Ντόρα Μπακογιάννη, γι’ αυτό θα τη στηρίξω στις εκλογές της 29ης Νοεμβρίου», λέει ο Ανδρέας Ευθυμίου, τεταρτοετής φοιτητής του Ιστορικού-Αρχαιολογικού του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της ΔΑΠ στο Τμήμα του. «Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τον Αντώνη Σαμαρά, αλλά δεν μου «βγάζει» το κύρος της Ντόρας Μπακογιάννη, η οποία διατηρεί άριστες σχέσεις με τους φοιτητές και τη σχολή μας. Δεν θα το κάνω όμως με θέρμη, γιατί δεν μου βγάζει κύρος Ντόρας», καταλήγει.
«Το βασικό κριτήριο για να επιλέξω πρόεδρο για τη Νέα Δημοκρατία είναι το Κυπριακό», λέει η Λουκία Ευθυμίου, ασκούμενη δικηγόρος και πρόεδρος της Νεολαίας της Ένωσης Κυπρίων Ελλάδας. Ως νέος άνθρωπος που δεν είναι μεν μέλος της ΝΔ, αλλά νοιάζεται για το κόμμα και ενδιαφέρεται για το αύριο του κυπριακού, η Λουκία μας εξηγεί πως αν και δεν ξέρει ακόμη ποιον θα υποστηρίξει, κλίνει προς την Ντόρα Μπακογιάννη γιατί «έχει ηγετικό προφίλ και ρεύμα στη νεολαία». «Θα διαλέξω αυτόν που θα με πείσει πως μπορεί με τον καλύτερο τρόπο να βοηθήσει στη λύση του κυπριακού για τη δικαίωση και τη λύτρωση. Χρόνια τώρα περιμένουν οι γονείς μου, οι συγγενείς μου, εμείς...», τονίζει.
Τι δήλωσαν οι υποψήφιοι στον «Φιλελεύθερο»

Ντόρα Μπακογιάννη
Απαραίτητη η στενή συνεργασία Αθήνας-Λευκωσίας
Ο ελληνισμός αντιμετωπίζει μεγάλες και σημαντικές προκλήσεις. Βρισκόμαστε εν μέσω μιας διεθνούς κρίσης με την Ελληνική οικονομία ευάλωτη και τα εθνικά μας μέτωπα ανοικτά. Οι εξελίξεις στο Κυπριακό και η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας εν όψει του Δεκεμβρίου απαιτούν την αδιάρρηκτη προσοχή μας. Η στενή και αγαστή συνεργασία Αθήνας και Λευκωσίας είναι απαραίτητη. Σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, είτε βρίσκεται στην κυβέρνηση, είτε από την αντιπολίτευση, οφείλει να επαγρυπνά για την διαφύλαξη των εθνικών μας συμφερόντων.
Πιστεύω βαθύτατα ότι μια δυνατή Ελλάδα προϋποθέτει μια δυνατή Νέα Δημοκρατία. Στις 29 Νοεμβρίου τα μέλη της Νέας Δημοκρατίας από την Ελλάδα, την Κύπρο και το εξωτερικό, έχουμε την ευκαιρία να καθορίσουμε με την ψήφο μας το αύριο της παράταξής μας. Η φωνή των Νεοδημοκρατών πρέπει να ακουστεί δυνατά και καθαρά. Η προσέλευση στις κάλπες να είναι μαζική.
Η μάχη για την ηγεσία του κόμματος είναι μια καθαρά πολιτική μάχη. Η εκλογή της 29ης Νοεμβρίου θα καθορίσει αν θα προχωρήσουμε μπροστά ή αν θα μείνουμε κολλημένοι στο παρελθόν. Αν θα γίνουμε μια παράταξη μικρή, εσωστρεφής και ιδεολογικά περιχαρακωμένη ή μια παράταξη εξωστρεφής που θα απευθύνεται στην ευρύτερη κοινωνία και θα αποκτήσει ξανά προοπτική εξουσίας.
Η Νέα Δημοκρατία που εγώ ονειρεύομαι θα διευρύνει την επιρροή της και προς το κέντρο και προς τα δεξιά. Με συστηματική πολιτική δράση για μια καλύτερη κοινωνία, για μια καλύτερη ζωή για τους πολίτες.
Η Νέα Δημοκρατία που εγώ ονειρεύομαι ακούει την κοινωνία. Αφουγκράζεται τα νέα ρεύματα σκέψης. Προχωρά μπροστά. Με νέους ανθρώπους, με νέα στελέχη. Στελέχη που μπορούν να απευθύνονται στους πολίτες και να προσελκύσουν νέους ανθρώπους.
Η Νέα Δημοκρατία η οποία εγώ ονειρεύομαι, δεν θα κάνει τα λάθη του παρελθόντος. Δεν θα έχει κλειστές πόρτες για τα στελέχη της. Δεν θα ανέχεται συμπεριφορές που πληγώνουν τους πολίτες. Δεν θα γυρίζει την πλάτη σε όσους την εμπιστεύθηκαν.
Η Νέα Δημοκρατία που ονειρεύομαι θα δίνει αγώνες για ιδέες και πολιτικές θέσεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Θα υπερασπίζεται την πολιτική της με αυτοπεποίθηση και πίστη. Θα δίνει τη μάχη των ιδεών σε όλα τα επίπεδα και, με τη δύναμη των ιδεών της, θα ανοίγει νέους δρόμους.
Στις 29 Νοεμβρίου, προσδοκούμε στην δυναμική παρουσία του Κυπριακού Ελληνισμού. Επενδύουμε στην συμμετοχή όλων αυτών των ανθρώπων που εκτός από τους συνεχείς κοινούς μας αγώνες για την επανένωση της Μεγαλονήσου και τον τερματισμό της κατοχής, μας ενώνει ένα ακόμη κοινό όραμα: ένα μέλλον πρωτοπορίας και πολιτικής κυριαρχίας για τη Νέα Δημοκρατία.
Καλώ όλους όσους πιστεύουν στη Νέα Δημοκρατία και θέλουν να δουν ξανά μια μεγάλη και υπερήφανη Ευρωπαϊκή κεντροδεξιά, να δημιουργήσουμε μαζί ένα σύγχρονο πατριωτικό όραμα, για ένα καλύτερο μέλλον για τον Ελληνισμό.
Παναγιώτης Ψωμιάδης
«Δεν αγωνίζομαι γι
α να δω μια Ελλάδα με σκυμμένο κεφάλι, μια Ελλάδα Α.Ε.»
Στην κούρσα διαδοχής που βιώνει η μεγάλη μας παράταξη, η Νέα Δημοκρατία, τα εθνικά θέματα δεν «παίζουν». Κάποιοι τα θεωρούν ξένα προς τη διαδικασία αλλά και την εκλογή αυτή καθ’ εαυτή. Προσωπικά πιστεύω το αντίθετο.
Σήμερα στη ΝΔ δεν επιλέγουμε απλώς πρόσωπο, επιλέγουμε πολιτική κατεύθυνση. Επανατοποθετούμε την παράταξη στον πολιτικό χάρτη της χώρας. Εδώ και δύο χρόνια έχω μιλήσει για την μεγάλη ενωμένη λαϊκή πατριωτική Κεντροδεξιά παράταξη, που θα πατάει στη λαϊκή Δεξιά και θα αγκαλιάζει τις φιλελεύθερες δυνάμεις. Μια παράταξη που θα μας ξαναβάλει μέσα στην κοινωνία. Έγινα στόχος κριτικής γι’ αυτήν την άποψη από ορισμένους συναδέλφους μου και ομοϊδεάτες. Σήμερα, όλοι οι υποψήφιοι για την προεδρία του κόμματος μιλούν για μεγάλη Κεντροδεξιά, για αμφίπλευρη διεύρυνση κλπ.
Έχει αποδειχθεί ήδη από τις εξελίξεις και τη στάση που τήρησαν οι πολιτικοί απέναντι σε αυτές ότι ο προσανατολισμός που θα έχει στο εξής η ΝΔ στα εθνικά μας θέματα θα είναι διαφορετικός ανάλογα με το ποιος θα εκλεγεί.
Αυτός ήταν και ο λόγος που μίλησα στο συνέδριο για τη Μακεδονία μας. Γιατί δεν πρέπει και δεν έχει κανείς το δικαίωμα να υποστείλει την Μακεδονία από τον ιστό της Ελλάδος. Γι’ αυτό από το βήμα του Συνεδρίου έκανα και ειδική αναφορά στο μεγάλο «όχι» του Τάσου Παπαδόπουλου στο Σχέδιο Ανάν, μια στάση που έμεινε στην Ιστορία, στην περήφανη ιστορία του Κυπριακού Ελληνισμού.
Πάντοτε πίστευα σε μια πατριωτική λαϊκή Κεντροδεξιά, με αξιοπρεπή εθνική εξωτερική πολιτική, που θα άγγιζε το κοινωνικό κέντρο και τις φιλελεύθερες δυνάμεις. Πρέπει να διασφαλίσουμε την ειρήνη στην περιοχή μας και να προωθήσουμε τα εθνικά θέματα υπέρ των συμφερόντων της χώρας μας. Δεν αγωνίζομαι, για να δω μια Ελλάδα με σκυμμένο κεφάλι, μια Ελλάδα Α.Ε., αλλά μια Ελλάδα που θα ανήκει πραγματικά στους Έλληνες.
Από αυτό εδώ το βήμα, λοιπόν, της ιστορικής εφημερίδας του Φιλελεύθερου, σας καλώ όλους τους φίλους Κυπρίους να αντισταθείτε στις πιέσεις, να μην ενδώσετε στην πόλωση. Να στηρίξετε τη δυνατή φωνή της Μακεδονίας και του Ελληνισμού. Να δείξετε τη δύναμή σας! Να ψηφίσετε για πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας τον Παναγιώτη Ψωμιάδη.
Η Νέα Δημοκρατία χρειάζεται σήμερα προοπτική.
Η παράταξή μας έχει ανάγκη την Ελπίδα.
Τρία πράγματα:
- Nα αναδείξουμε τα ιδανικά μας, για να ξαναφέρουμε κοντά μας
αυτούς που πικράναμε.
- Να ανοίξουμε τους ορίζοντές μας, για να κάνουμε τις ιδέες μας μαγνήτη της κοινωνίας.
- Να τολμήσουμε φυγή προς τα εμπρός, για να γίνουμε ένα σύγχρονο Ευρωπαϊκό Κεντροδεξιό κόμμα.
Και κάτι ακόμα - το πιο σημαντικό: Ενότητα.
Ενότητα στην κορυφή του κόμματος χωρίς υπονομεύσεις.
Κι ενότητα στη βάση χωρίς φατριασμούς.
Η ιδεολογία μας, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός δεν είναι δύο λέξεις που απλά μας βολεύουν.
Δένει τις παραδοσιακές μας αξίες με τις πιο σύγχρονες φιλελεύθερες αντιλήψεις.
Όλα όσα στήριξαν την κοινωνία, τη δημοκρατία και την πατρίδα.
Με όλα εκείνα που σήμερα κερδίζουν έδαφος παντού στον κόσμο:
Ελευθερία, αξιοπρέπεια, αξιοκρατία, ανταγωνιστικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.
Όμως, Ελευθερία σημαίνει και Πατρίδα.
Και Πατρίδα σημαίνει υπερηφάνεια και Πολιτισμός.
Όλα τα κόμματα της Ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς στηρίζονται στις αρχές του κοινωνικού φιλελευθερισμού και στις πολιτιστικές αξίες της Πατρίδας.
Τα αδέλφια μας στην Κύπρο - που έχουν δικαίωμα ψήφου στην Ελλάδα και μπορούν να ψηφίσουν κι από την Κύπρο - πρέπει να δώσουν το παρόν σε αυτή τη μεγάλη δημοκρατική διαδικασία ανάδειξης αρχηγού στη Νέα Δημοκρατία:
Τους θέλουμε κοντά μας.
Μαζί θα παλέψουμε για να κατοχυρώσουμε τα δίκαια του Ελληνισμού.
Για να πέσουν και τα τείχη που χωρίζουν την Κύπρο.
Για λύση δίκαιη και βιώσιμη. Σύμφωνη με τις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και με τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μαζί θα παλέψουμε για να πάρουν τέλος τα τετελεσμένα σε βάρος της Κύπρου και οι εκβιασμοί σε βάρος του Κυπριακού Ελληνισμού.
Για να μην ξαναϋπάρξουν εκβιασμοί.
Κι αν υπάρξουν, να πάρουν την απάντηση που πήραν το 2004.
| Αντιδράσεις: |
Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009
Για την κουτσή δεκαετία του '60 και την σιωπή της χούντας...
Εκλογή του Τζον Κένεντι στην προεδρία των ΗΠΑ, αποστολή πρώτου ανθρώπου στο διάστημα από την ΕΣΣΔ, δημιουργία της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας. Η δεκαετία του ’60 είχε ξεκινήσει πολύ δυναμικά σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αν και πολιτικά ο Ψυχρός Πόλεμος κυριαρχεί, η ελπίδα για έναν άλλο κόσμο έχει ήδη αρχίσει να ξυπνά.
Στην Ελλάδα, είχαν προηγηθεί οι εκλογές του ’58, όταν –μόλις εννέα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου- η ΕΔΑ, το κόμμα της ηττημένης Αριστεράς λαμβάνει το 24% των ψήφων. Ο πανικός του στρατού και της αστυνομίας μπορεί να οδήγησε σε ένα νέο κύμα συλλήψεων και οργανωμένων σχεδίων με αποκορύφωμα τις εκλογές βίας και νοθείας του ’61, αλλά η νεολαία της εποχής είναι αποφασισμένη να διεκδικήσει ένα καλύτερο αύριο.
Οι 20ρηδες του ’60 δεν έχουν ζήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ούτε τον Εμφύλιο. Βρίσκουν μια Ελλάδα «άδεια» από τους νέους άνδρες της εποχής. Οικονομική κατάσταση και πολιτικές επιλογές των κρατούντων τους έχουν εξαναγκάσει σε μετανάστευση... Η νέα γενιά ζητά μια καλύτερη ζωή, περισσότερα χρήματα για την παιδεία και καλύτερη Δημοκρατία. Είναι τότε που συνθήματα όπως το «1-1-4» και το «15% (για την παιδεία)» συνδέονται με πολιτικές, πολιτιστικές και εσωτερικές αναζητήσεις που μοιράζονται μεγάλες συλλογικότητες.
Σε πολιτιστικό επίπεδο, στην Ελλάδα ξεκινάει μια πρωτόγνωρη «άνοιξη». Τον Μάρτιο του 1960 επιστρέφει από το Παρίσι ο Μίκης Θεοδωράκης. Το 1961 ιδρύεται στην Αθήνα ο Σύλλογος Φίλων Ελληνικής Μουσικής, που έμελλε να αποτελέσει «φυτώριο» μουσικών, στιχουργών και τραγουδιστών τα επόμενα 30 χρόνια.. «Τραγουδούσαμε πολύ, χορεύαμε, διαβάζαμε, συζητούσαμε. Ο Λεοντής, ο Λοίζος, ο Μαρκόπουλος, ο Σαββόπουλος, η Φαραντούρη, ο Μαυρουδής, ο Κουγιουμτζής, οι ποιητές μας, ο Ελευθερίου, ο Λάδης, η Μάρω η Λήμνου, ο Βρεττάκος ο Κώστας και ακόμη άλλοι πολλοί που τους ξεχνάω είναι δημιουργήματα αυτού του φορέα, ενός φορέα ανθρώπων που δεν έχει καμία
εξάρτηση από κανένα πολιτικό κόμμα της εποχής εκείνης», θα μας πει σήμερα ο συγγραφέας και μελετητής Παναγιώτης Κουνάδης, από τα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου.
Το1961, ο Μάνος Χατζηδάκις τιμάται με βραβείο Όσκαρ για τη μουσική στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή». Το 1963, ο Διονύσης Σαββόπουλος κάνει ότο-στοπ από τη Θεσσαλονίκη και έρχεται στην Αθήνα με ένα φορτηγό, για να βρεθεί με τους νέους συνθέτες της εποχής. Την ίδια χρονιά, ο Γιώργος Σεφέρης παίρνει το Νόμπελ και ο Μάνος Λοϊζος ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι. Το 1964, ο Ζορμπάς του Μιχάλη Κακογιάννη κερδίζει 3 Όσκαρ και η ελληνική μουσική κάνει τον γύρο του κόσμου.
Με όλα αυτά, συντελείται η στροφή στην ελληνική παράδοση. «Ανακαλύπτεται» ξανά το ρεμπέτικο, η έννοια της ελληνικότητας γίνεται πάλι μόδα, αναγνωρίζεται η αξία της ελληνικής παράδοσης. Σαν ρεύμα, οι τάσεις αυτές οδηγούν τους νέους στις μπουάτ και τα ταβερνεία. Εκεί, με κρασάκι και παρέες φτιάχνονται τραγούδια, οργανώνονται παρέες, διαμορφώνονται πολιτικές συνειδήσεις.
Η ανάμιξη της Αμερικής στον πόλεμο του Βιετνάμ ξεσήκωσε ένα κίνημα αντίδρασης στην ίδια την Αμερική. Μετά τα γεγονότα στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ το 1964, το κίνημα ειρήνης που αναπτύσσεται στις υπόλοιπες χώρες του κόσμου φτάνει –έστω και λίγο καθυστερημένα- και στην Ελλάδα. Τα παιδιά των λουλουδιών φτάνουν και στα Μάταλα! Μαζί και η μουσική τους. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, οι Rolling Stones και οι Beatles μεσουρανούν, το ροκ ενθουσιάζει και στην Αθήνα πια γεννιούνται τα πρώτα ροκ συγκροτήματα.
Η εποχή «επιβάλλει» ανυπακοή. Κόντρα στα κοστούμια και τα κουρεμένα κεφάλια του «πρέπει», οι νέοι επιλέγουν μακριά μαλλιά και στρατιωτικά ρούχα για ειρηνικούς σκοπούς. Κι επειδή ο φοιτητής είναι το «καμάρι της κοινωνίας» όλα επιτρέπονται. Είναι η εποχή του ταγαριού και του αμπέχονου, που συμβαδίζει με τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες της εποχής.
Όπως στον υπόλοιπο κόσμο, και στην Ελλάδα διοργανώνονται αντιπολεμικά συλλαλητήρια. Το ελληνικό αντιπολεμικό κίνημα έχει τον εκπρόσωπό του. Πρόκειται για τον βουλευτή της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) Γρηγόρη Λαμπράκη, ο οποίος δολοφονείται το καλοκαίρι του 1963. Λίγες μέρες μετά, ο Μίκης Θεοδωράκης συσπείρωσε γύρω του στελέχη της Νεολαίας της ΕΔΑ, και όχι μόνο, σχηματίζοντας τη «Δημοκρατική Κίνηση Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης». Οι «Λαμπράκηδες», όπως έμειναν στην ιστορία, δημιουργούν τοπικές οργανώσεις και λέσχες σε όλη τη χώρα, με πολιτική, πολιτιστική και οικολογική δράση.
Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη γίνεται το όχημα για τη διάδοση των ιδεών και των αιτημάτων τους σε όλη την Ελλάδα. «Ήταν ενέργεια αντιστασιακή να τραγουδάς τα τραγούδια του Μίκη, ήταν πράξη πολιτική. Και από εκεί και πέρα αυτό που σήμερα ονομάζουμε στιλ, καθοριζόταν από τη μουσική. Εμείς θυμάμαι είχαμε μαλλί μακρύ και γένια, φορούσαμε και αμπέχονα. Τα κορίτσια φορούσαν μακριές φούστες, ινδικά ρούχα και κρατούσαν ταγάρια αντί για τσάντες. Φορούσαμε θυμάμαι ρούχα της αγγλικής οργάνωσης Oxfam, από δεύτερο χέρι», εξηγεί ο δημοσιογράφος Γιώργος Βότσης.
Η αγωνία για μια καλύτερη ζωή ήταν έκδηλη σε κάθε έκφραση της καθημερινότ
ητας. «Η ζωντανή και ρευστή δεκαετία του ’60 στην Ελλάδα είχε έντονα τα στοιχεία ουτοπίας, που χαρακτηρίζουν ιστορικές στιγμές οι οποίες βρίσκονται στο μεταίχμιο. Αυτό που χαρακτήριζε σαν πνευματικό κλίμα τη δεκαετία του ’60 ήταν το αίτημα για μια κοινωνική χειραφέτηση και για μια άρνηση κάθε πολιτικής αρτηριοσκλήρωσης, από όποια μεριά και αν προερχόταν. Η Ελλάδα δεν πρόλαβε καλά-καλά να βγει από τον Εμφύλιο και εξαναγκαζόταν να ακολουθήσει ένα βεβιασμένο εκμοντερνισμό», τονίζει ο εικαστικός Γιάννης Ψυχοπαίδης.
«Νέοι τότε αρχιτέκτονες -είχαμε περάσει ένα διάστημα δουλεύοντας σε Τεχνικές Υπηρεσίες του Δημοσίου- αποφασίσαμε να ανοιχτούμε στα ρίσκα του ελεύθερου επαγγέλματος. Οραματιστές δάσκαλοι και ικανοί αρχιτέκτονες, διαβάσματα και ταξίδια, διαμόρφωσαν ένα κλίμα υπευθυνότητας που μας οδήγησε στη συνειδητοποίηση ότι οφείλουμε να αντισταθούμε με το έργο μας στην εξάπλωση της εμπορευματοποίησης και στην υποβάθμιση του αστικού και φυσικού περιβάλλοντος που προκάλεσε η βίαιη εισβολή του μεγάλου αριθμού», θυμάται η αρχιτέκτων Σουζάνα Αντωνακάκη.
Κι ενώ η γόνιμη δεκαετία του ’60 στο εξωτερικό γέννησε το Μάη του ’68, την άνοιξη της Πράγας, σε κοινωνικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις, στην Ελλάδα, η δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967 έρχεται να κατεβάσει... ρολά στη βιτρίνα κάθε νεωτερικότητας.
Οι συνταγματάρχες πιάνουν την Αριστερά στον «ύπνο», με μια υπόσχεση για εκλογές σε ένα μήνα. Παραμονές της 21ης Απριλίου ο Διονύσης Σαββόπουλος στη σκηνή του «Κεντρικού» παρουσιάζει τα «Νέγρικα» του Μάνου Λοΐζου. «Η συναυλία τελείωσε θριαμβευτικά: «Δεν θα περά-, δεν θα περάσει ο φασισμός». Την άλλη μέρα δεν ξέραμε τι θα κάνουμε. Ήμασταν αισιόδοξοι ότι δεν θα γίνει τίποτα», αφηγείται. Την επομένη το πρωί, τα τανκς ήταν στο Σύνταγμα.
Η χούντα επιβάλει λογοκρισία, απαγορεύει πολλούς από τους νέους συνθέτες που ξεσηκώνουν τη νεολαία και «σαν αράχνη απλώνεται η 7χρονη φοβία». «Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών ήταν ένα χτύπημα μπαμπέσικο, ένα χτύπημα κάτω από τη ζώνη για τη Δημοκρατία μας. Αμέσως όμως οργανωθήκαμε. Στη ρουμπρίκα της «Νέας Γενιάς» με τίτλο Οι νέοι και τα προβλήματά τους βρήκαν αποκούμπι οι αγωνιζόμενοι δημοκρατικοί φοιτητές που προσπαθούσαν και για τη βελτίωση της εκπαίδευσης, αλλά και για τη δημοκρατία», μας λέει ο δημοσιογράφος Μηνάς Παπάζογλου, που τότε συντηρούσε στήλη για τους φοιτητές της εποχής.
«Η παρανομία και η φυγή ήταν αναπόφευκτα. Ήταν και το κιτς, η κακογουστιά της χούντας που επιβλήθηκε στην καθημερινή ζωή. Οι πρωταγωνιστές των δικτατορικών καθεστώτων σε ολόκληρο τον κόσμο είναι συνήθως κενοί, τούς λείπει η ουσιαστική κουλτούρα και βασίζεται σε απλοϊκές έννοιες. Αυτό το ξεκάθαρα κακόγουστο, κάθε άνθρωπος με λίγη ευαισθησία το απέρριπτε. Αλλά η απάθεια και η φοβία οδήγησαν και σε έναν ωχαδερφισμό, που, σε συνδυασμό με την τηλεόραση και τη μαζική κουλτούρα που αναπτύχθηκαν εκείνη την εποχή θόλωσαν το τοπίο για τους πολλούς. Στροφή στον αθλητισμό, διαδηλώσεις για το ποδόσφαιρο, μαζική διασκέδαση, έκαναν το κριτήριο του κόσμου να αμβλυνθεί...», λέει σήμερα ο λογοτέχνης Φώντας Λάδης.
Η αισθητική των συνταγματαρχών δεν ξέφευγε πολύ από τα πλαίσια του στρατού. Προερχόταν από «καραβανάδες» που ήθελαν να επιβάλουν την «τάξη», το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». «Απέναντι στην προσπάθειά μας να ανακαλύψουμε ξανά την ελληνική μας ταυτότητα και κουλτούρα, η χούντα έρχεται να συκοφαντήσει την ελληνοχριστιανική παράδοση. Γέμισαν τον κόσμο αρχαιοπρεπείς ασχήμιες και τις ονόμασαν εθνική παράδοση. Έβαλαν παντού σταυρούς, ταυτίζοντας το ορθόδοξο με το απολύτως συντηρητικό. Όλο το πατριωτικό και προοδευτικό ρεύμα που είχε κτιστεί από το 1950 μέχρι το 1967 σπάει με τη χούντα, διαμορφώνοντας την ιδεολογία της Μεταπολίτευσης», λέει ο Γ. Καραμπελιάς, συγγραφέας, εκδότης.
Εκτός από τον μεγάλο ασθενή, στο «γύψο» έβαλαν κάθε πολιτιστική δραστηριότητα που πίστευαν ότι ζητούσε την αλλαγή. Αντιθέτως, αυτό που τόνιζαν με κάθε ευκαιρία ήταν η επιστροφή στο κλέος των Ελλήνων, στην ανδρεία και την αρετή που διαχρονικά επέδειξε το έθνος στους πολέμους ανά τους αιώνες.
«Στο σχολείο, κάτω από τα συνθήματα «Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια» και «Ζήτω η Επανάστασις της 21ης Απριλίου», κάθε πρωί τραγουδούσαμε «έχω μια αδελφή, κουκλίτσα αληθινή, την λένε βόρειο ήπειρο, την αγαπώ πολύ». Το παρόν δεν υπήρχε, υπήρχε η κακή απομίμηση του ένδοξου παρελθόντος. Ο πατριδολατρικός οίστρος ήθελε να κατασκευάσει μια «ελληνικότητα» που να παρασύρει και να διαποτίσει όλη την επικράτεια», λέει ο σκηνοθέτης Βασίλης Κατίκης, μαθητής τότε. «Ήμασταν παιδιά και την κακογουστιά της χούντας τη βιώσαμε στο σχολείο ως κάτι φυσιολογικό. Δεν καταλαβαίναμε το φασιστικό καθεστώς, γιατί δεν είχαμε μέτρο σύγκρισης», συμπληρώνει ο δημοσιογράφος-σκιτσογράφος ο Στάθης Σταυρόπουλος.
«Ήθελαν να εξυψώσουν το φρόνημα του ελληνικού έθνους. Δεν ήταν «μπαλκονάτοι» πολιτικοί», θα μας τους δικαιολογήσει σήμερα ο υπουργός Τύπου της κυβέρνησης Μαρκεζίνη Σπύρος Ζουρνατζής.
Κάθε μορφή τέχνης επικεντρώνεται σε μια «βίαιη» ελληνικότητα, η οποία προβάλλεται με τον υπερτονισμό των ηρώων και την πομπώδη προβολή της πολεμικής αρετής των Ελλήνων. Σκοπός είναι τα απλοποιημένα θέματα που συγκινούν και ψυχαγωγούν, χωρίς να απαιτούν ιδιαίτερη σκέψη και συμμετοχή, χωρίς να ενοχλούν το καθεστώς.
«Κάθε χρόνο λοιπόν, μέσα στις άλλες μονομανίες των συνταγματαρχών είναι οι εορτές πολεμικής αρετής των Ελλήνων στο Παναθηναϊκό στάδιο. Η προσέλευση των μαθητών είναι υποχρεωτική. Παρελαύνουν άρματα και στρατιώτες ντυμένοι αρχαίοι Έλληνες. Αναγκαστικά συμμετέχω και εγώ...», θυμάται ο δημοσιογράφος Δημήτρης Κουμάνταρος.
Στη μουσική, αν και ακούγονται ευρέως στην παρανομία τα απαγορευμένα τραγούδια, οι στίχοι επιστρέφουν –αναγκαστικά- σε πιο «συναισθηματικά» θέματα. Η λογοκρισία είναι έτσι κι αλλιώς ανελέητη. «Το τραγούδι «Ήλιε μου» που βγήκε μέσα στη δικτατορία, το ‘71, είναι μια κωδικοποίηση. Επιχειρεί όσο γίνεται να πει χωρίς να λέει. Και ενώ στην επίφασή του είναι ένα καθαρά ερωτικό τραγούδι, το «Ήλιε μου, έλα Ήλιε μου» που μπορείς να δικαιολογήσεις αν σε ανακρίνουν ότι το λες για το κορίτσι σου ότι είναι ο ήλιος σου, ίσως έχει και άλλους υπαινιγμούς», διηγείται ο Κώστας Τουρνάς.
Οι μπουάτ συνεχίζουν να λειτουργούν, αλλά το ρεπερτόριο αλλάζει. Τα πολιτικά τραγούδια –τουλάχιστον επίσημα- εξαιρούνται. Μαζί και κάποια πιο... επαναστατικά, κατά το καθεστώς, όπως οι «κώδικες» του Διονύση Σαββόπουλου. Ταυτόχρονα αναπτύσσεται και η εύκολη ψυχαγωγία, τα σκυλάδικα. Στο θέατρο, οι επιθεωρήσεις συνεχίζονται. «Ο τρόμος της λογοκρισίας ήταν το χαρακτηριστικό της εποχής. Αλλά, ξέρετε, έκανε και... «καλό» στην επιθεώρηση. Γιατί αναγκαζόμασταν να γράψουμε έξυπνα πράγματα», λέει χαριτολογώντας ο θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Λαζαρίδης.
Στον κινηματογράφο, η επιβολή της δικτατορίας ο κύριος όγκος του ελληνικού κινηματογράφου θα ταχθεί στο πλευρό της, ενώ η παραγωγή θα μεταφερθεί ολοκληρωτικά στα χέρια δοκιμασμένων σκηνοθετών του παλιού εμπορικού κινηματογράφου με τους ανεξάρτητους παραγωγούς να τίθενται στο περιθώριο.
«Από το ’65 και μετά, θυμάμαι έντονα το κιτσαριό των αγώνων κατς, την υψηλή αλλά αστεία χλιδή του Παλατιού και των παρατρεχάμενων κυριών, αλλά και η αεροδυναμική και μοντέρνα αισθητική τής Ολυμπιακής, ο Ωνάσης, η Κάλλας και η Τζάκυ, οι γαλλικές και οι ιταλικές ταινίες με γοητευτικές γυναίκες και άντρες. Οι εκδόσεις Ίκαρος και τα πρώτα βιβλία τσέπης Γαλαξίας. Αγγλικά και γαλλικά περιοδικά δεν εισαγόντουσαν, αλλά κάπως τα βρίσκαμε και μας ταξίδευαν αισθητικά. Κι όλα αυτά σε μιά πόλη που κυριαρχούσε απόλυτα το γκρι, το σκούρο μπλέ και το καφέ», θα πει ο σκηνοθέτης Γιώργος Τσεμπερόπουλος.
«Η προοπτική δυναμικότερων συγκρούσεων με το καθεστώς μας έκανε να βλέπουμε με λίγο διαφορετικό μάτι και τον Κλιντ Ήστγουντ με τα μάγκνουμ του στον Ντέρτυ Χάρρυ, παρά την αντιδραστική του φόρμα, μια που έτσι κι αλλιώς αναγκαστήκαμε να πηγαίνουμε και σε πιο μικροαστικά σινεμά ,όπως το Αελλώ στην Πατησίων, για το ξεκάρφωμα και για μυστικά ραντεβού», λέει ο σκηνοθέτης Ανδρέας Αποστολίδης που τότε ήταν στην παρανομία.
Εκτός από τα μελό και τις φαρσοκωμωδίες το κινηματογραφικό είδος που θα γνωρίσει μεγάλη άνθιση την περίοδο αυτή, κατά την οποία σημειωτέον υπάρχει σύμπνοια μεταξύ ραδιοφώνου, κινηματογράφου και μετέπειτα της τηλεόρασης- είναι οι πολεμικές ταινίες που συνίστανται σε ηρωϊκο-εθνικιστικά έπη και ιστορικά μελοδράματα.
Ήταν κιτς η αισθητική της χούντας ή όχι; Την απάντηση ψάχνουμε κι εμείς μέσα από τις απόψεις ανθρώπων που έζησαν ή μελέτησαν την εποχή. Το μόνο σίγουρο είναι πως η 7χρονη δικτατορία των συνταγματαρχών ανέκοψε την πορεία που είχαν διαμορφώσει τα παγκόσμια και εγχώρια ρεύματα κατά τη δεκαετία του ’60. Και οδήγησε τη χώρα σε αναχρονισμούς και αλλοιώσεις που επηρέασαν και την αισθητική της Μεταπολίτευσης...
Ανδρέας Αποστολίδης, σκηνοθέτης, συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων
To 1973, είκοσι ετών, ήμουν δευτεροετής σπουδαστής κινηματογράφου στη Σχολή Σταυράκου και ήδη οργανωμένος στην ΑΑΣΠΕ (Αντιφασιστική Αντιιμπεριαλιστική Σπουδαστική Παράταξη Ελλάδας) της οποίας έγινα μέλος του Προσωρινού Κεντρικού της Συμβουλίου, πράγμα που σήμαινε πως κάθε στιγμή μπορούσα να εγκαταλείψω τις σπουδές για να βγω στην παρανομία. Αυτό επίσης σήμαινε πως έπαψα να βγάζω φωτογραφίες και κατέστρεψα όσες είχα από το Γυμνάσιο και μετά. Επίσης κατέστρεψα όσα φιλμ είχα τραβήξει στα δύο πρώτα χρόνια σπουδών.
Ο αγαπημένος σκηνοθέτης της εποχής ήταν ο Ζαν Λυκ Γκοντάρ, που εκτός από την θρυλική ελεύθερη αφήγησή του, η οποία ακόμα συναρπάζει, είχε γίνει και φιλο-μαοϊκός, φτιάχνοντας μερικές στρατευμένες προπαγανδιστικές ταινίες, φολκλορικές με σημερινά δεδομένα. Αυτές φυσικά μόνο στο εξωτερικό τις βλέπαμε, στο Παρίσι ή το Λονδίνο.
Άλλη προτίμηση της χρονιάς ε
κείνης ήταν για εμάς ο Σέρτζιο Λεόνε, διότι είχε γυρίσει ένα αναρχικό γουέστερν το «Κάτω τα κεφάλια» με τον Τζέημς Κόμπερν, που ξεκινούσε με ένα απόσπασμα του Μάο, το οποίο είχε κοπεί στην Ελλάδα από την στρατιωτική λογοκρισία, αλλά το είχαμε μάθει μέσω των Καγιέ ντε Σινεμά, του διάσημου γαλλικού περιοδικού κινηματογραφικής κριτικής και θεωρίας, που κι αυτό είχε υιοθετήσει φιλο-μαοϊκή στάση. Ήταν μια εποχή που οι πληροφορίες που είχαμε για την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα ερχόντουσαν σε εμάς από το Παρίσι ή το Βερολίνο κι όπως αποδείχτηκε αργότερα ήταν αφελέστατες και εσφαλμένες. Ο Αντονιόνι μόνο δεν είχε τότε καλή εμπειρία από την κομμουνιστική Κίνα, αλλά δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε το γιατί.
Η αμφίεση μας και η όλη μας συμπεριφορά, μακριά μαλλιά, στρατιωτικό τζάκετ, ναυτικό αμπέχονο, και οι κοπέλες με παντελόνι ή φαρδιά φούστα με λουλούδια και μαλλιά που έπεφταν στο μέτωπο ή έκρυβαν το πρόσωπο, μας έκαναν αμέσως να ξεχωρίζουμε, όπως ακριβώς και οι σημερινή αναρχικοί εικοσάρηδες των Εξαρχείων.
Όσοι είχαμε προσχωρήσει σε παράνομες οργανώσεις κόψαμε τα πολύ μακριά μαλλιά, εγκαταλείψαμε στην χίππικη εμφάνιση, αλλά αρκούσε ένα έλεγχος ταυτοτήτων από το Σπουδαστικό της Ασφάλειας σε δύο τρεις κινηματογράφους της εποχής για να έχει καταγεγραμμένα τα μισά μέλη της ΑΑΣΠΕ, του Ρήγα Φεραίου και άλλων αριστερίστικων ομάδων. Το Στούντιο, η Αλκυονίδα και η φοιτητική κινηματογραφική Λέσχη γωνία Πανεπιστημίου και Ιπποκράτους ήταν το μόνιμο στέκι των νεαρών μανιακών φίλων του σινεμά που φλέρταραν με την παρανομία.
Η προοπτική δυναμικότερων συγκρούσεων με το καθεστώς μας έκανε να βλέπουμε με λίγο διαφορετικό μάτι και τον Κλιντ Ήστγουντ με τα μάγκνουμ του στον Ντέρτυ Χάρρυ, παρά την αντιδραστική του φόρμα, μια που έτσι κι αλλιώς αναγκαστήκαμε να πηγαίνουμε και σε πιο μικροαστικά σινεμά ,όπως το Αελλώ στην Πατησίων, για το ξεκάρφωμα κα
ι για μυστικά ραντεβού.
Στα ραντεβού τέλος, είχαμε μάθει όλα τα καφέ μπαρ στο κέντρο της Αθήνας με διπλές εξόδους, με καλύτερο αυτό στο στενό της Όπερας, που είχε τουαλέτες στο υπόγειο οι οποίες οδηγούσαν σε μια δεύτερη έξοδο στην αντίθετη πλευρά της στοάς. Έτσι και το σινεμά η Όπερα έπαιρνε πρόσημα ως τόπος συνάντησης, αλλά έπαιζε συνήθως ανοησίες.
Η αισθητική μας έρεπε ραγδαία προς τον Τζίγκα Βερτόφ και ευτυχώς το καθεστώς των συνταγματαρχών δεν άργησε να πέσει κι έτσι γλιτώσαμε σχετικά γρήγορα από μοιραία λάθη καλλιτεχνικής έκφρασης και μείναμε μόνο με μερικές πολιτικές χοντράδες στην νεανική μας πλάτη. Καλλιτεχνικά μας πήρε καμιά δεκαετία να συνέλθουμε από το διπλό σοκ του χουντικού κιτς και της αντίδρασης σε αυτό μέσω των διαστρεβλωμένων απόηχων της Πολιτιστικής Επανάστασης. Πάντως όλοι αναπολούμε την κινηματογραφική μας μανία λίγο πριν την απόλυτη στράτευση στον αριστερισμό, όπου βλέπαμε οκτώ ταινίες τη βδομάδα και δεν χορταίναμε.
Γιάννης Ψυχοπαίδης, εικαστικός
Ανήκε στην πρωτοπορία της τέχνης, στους καλλιτέχνες που στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ξεκινούσαν τις προσπάθειες στη διαμόρφωση τέχνη τους. «Η ζωντανή και ρευστή δεκαετία του ’60 στην Ελλάδα είχε έντονα τα στοιχεία ουτοπίας, που χαρακτηρίζουν ιστορικές στιγμές οι οποίες βρίσκονται στο μεταίχμιο. Αυτό που χαρακτήριζε σαν πνευματικό κλίμα τη δεκαετία του ’60 ήταν το αίτημα για μια κοινωνική χειραφέτηση και για μια άρνηση κάθε πολιτικής αρτηριοσκλήρωσης, από όποια μεριά και αν προερχόταν. Η Ελλάδα δεν πρόλαβε καλά-καλά να βγει από τον Εμφύλιο και εξαναγκαζόταν να ακολουθήσει ένα βεβιασμένο εκμοντερνισμό», λέει ο Γιάννης Ψυχοπαίδης.
Υπανάπτυξη, αστυφιλία, αντιπαροχές, βίαιη καταστροφή παραδοσιακών μορφών, βιαστική εισαγωγή νέων μοντέλων ζωής, αλλά και αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη και εκδημοκρατισμό, φοιτητικές κινητοποιήσεις και συνειδητοποίηση
της πολιτικής σημασίας που έχει η παιδεία, αυτά και πολλά άλλα ήταν τα χαρακτηριστικά της ανατρεπτικής δεκαετίας.
«Η «επίσημη» αισθητική εκείνα τα χρόνια υπήρξε σχηματικά είτε μια κακοχωνεμένη αφηρημένη τέχνη καθυστερημένης εισαγωγής είτε ένας νεο-φολκλορισμός με έντονα στοιχεία «ελληνικότητας». Κατά έναν παράδοξο τρόπο το πρόβλημα εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παραμένει ανάλογο. Μορφές κοινωνικής ανασφάλειας οδηγούσαν τότε –όπως και τώρα- στην εύκολη λύση της επιστροφής στη ζεστή αγκαλιά της νεοελληνικής ιδεολογίας. Το άρπαγμα από την παράδοση με ένοχο σεβασμό δεν έδειχνε την στραβή κατανόησή της από ανθρώπους οι οποίοι μάλιστα την κατέστρεψαν. Οι απόηχοι της γενιάς του ’30 που υπή
ρξε ζωντανή και ανατρεπτική ήταν πάντα παρόντες. Αλλά αυτό που είχε μείνει από τη γενιά εκείνη ήταν μια θολή, ψευδαίσθηση, «εστέτ» ματιά στη νεότερη Ελλάδα, λες και όλος αυτός ο υπόγειος ιστορικός αναβρασμός δεν ήταν παρά μια «ευαίσθητη σχέση» ανάμεσα στην ώχρα και το γαλάζιο», σημειώνει ο Γιάννης Ψυχοπαίδης.
Όπως σημειώνει σε κείμενό του στις αρχές της δεκαετίας του ’90 (όλα τα κείμενα στο Γ. Ψυχοπαίδη, «Νυχτερινό Ταξίδι, μικρά κείμενα πάνω στην τέχνη», Κέδρος, 1998): «Στον κόσμο της αριστερής ιδεολογίας άρχισε να διαγράφεται μια τάση χειραφέτησης από το δογματικό σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Με μεγάλη καθυστέρηση, η ελληνική αριστερά άρχισε να υποψιάζεται ότι η «καλή ζωγραφική» δεν σημαίνει απαραίτητα τον καλό εργάτη και τον κακό καπιταλιστή και ότι αυτό που λέμε περιεχόμενο στην τέχνη δεν είναι η θεματολογία της αλλά η πλαστική της έκφραση».
«Η ανάγκη μας για μια νέα γλώσσα μας έκανε να απομακρυνθούμε κατ’ αρχήν από κάθε «εύκολη» και «λυρική» ζωγραφικότητα. Τ
α μαυρόασπρα φωτογραφικά ντοκουμέντα, οι τυχαίες φωτογραφίες εφημερίδων, το φιλμ, η βία των μέσων πλατιάς ενημέρωσης στάθηκαν η πρώτη ύλη για να αμφισβητηθεί και η κοινωνία που μέσα από αυτό αυτοδηλωνόταν, αλλά και η ίδια η μέχρι τότε ζωγραφική σαν αισθητικό επιδόρπιο ενός «ανίδεου και χορτάτου» κοινωνικού οργανισμού. Το αίτημά μας ήταν αίτημα για τέχνη μαρτυρική αλλά και ειρωνική και κριτική ταυτόχρονα», τονίζει.
Από το 1965, τον Γιάννη Ψυχοπαίδη αρχίζουν να απασχολούν ως θέμα του οι διαδηλώσεις, οι συγκεντρώσεις στους δρόμους, οι μορφές καθημερινής βίας. «Τώρα που έχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια και ξαναβλέπω έργα της εποχής εκείνης, μου φαίνεται σαν κάτι απόμακρο αλλά και οικείο. Στις τέμπερες του 1967, με το ερωτικό πένθος των γυμνών μορφών και τις σαρκαστικές φιγούρες των πολιτικών, ξαναβρίσκω κάποιες χρωματικές και σχεδιαστικές εντάσεις που με αφορούν μέχρι και σήμερα. Στη σειρά με θέματα από καρτ ποστάλ των χρόνων 67-68, το χρώμα παρεμβαίνει σαν παράγων αποξένωσης, υπερτονίζοντας και κάνοντας έτσι πιο εμφανή την πλαστή αλήθεια ενός ειδυλλιακού κόσμου», έγραψε το 1990.
Δημήτρης Κουμάνταρος, δημοσιογράφος
Το πραξικόπημα συμβαίνει την Παρασκευή πριν από τη Μεγάη Εβδομάδα. Για τους μαθητές του σχολείου που εκείνη τη μέρα δνε πάνε στο σχολείο, οι διακοπές του Πάσχα έχουν αρχίσει μια μέρα νωρίτερα. Και χαίρονται γι’ αυτό.
«Ήμασταν στη Φωκίωνος Νέγρη, στο πατρικό μου, όταν έμαθα ότι τα σχολεία θα παρέμεναν κλειστά. Και εγώ βέβαια χαίρομαι διπλά. Για το κλειστό σχολείο, αλλά και για τη μεγάλη βόλτα που κάνω με τον αριστερό πατέρα μου, που φοβάται μην τον πιάσουν και γι’ αυτό πηγαίνουμε στην Κυψέλη όπου συναντά φίλους, γνωστούς και γείτονες για να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί», λέει ο Δημήτρης Κουμάνταρος. «Θα αποφασίσει να μείνει τελικά στο σπίτι της θείας μου, γιατί για το θείο μου που είναι συνδικαλιστής δεξιός και φιλοχουντικός, υπερτερεί η συγγένεια και αποφασίζει να τον κρύψει. Ήδη στις 7 το βράδυ υπάρχει απαγόρευση κυκλοφορίας και θυμάμαι τη μάνα μου στο μπαλκόνι να βλέπει τους φαντάρους με τα όπλα να κατηφορίζουν τη Φωκίωνος και να αγωνιά να φτάσω πριν να με δουν...».
Ο Κουμάνταρος ήταν μόλις 13,5 χρόνων όταν επιβλήθηκε η δικτατορία των συνταγματαρχών, αλλά ήδη πολιτικοποιημένος λόγω του πατέρα του. Εκείνος, όπως και η υπόλοιπη Αριστερά βεβαιώνει παραμονές του πραξικοπήματος ότι δεν θα γίνει δικτατορία γιατί θα αντιδρούσαν οι ρώσοι και οι βούλγαροι. Αποδεικνύεται ψευδαίσθηση...
Η ζωή του αλλάζει χωρίς και ο ίδιος να το καταλάβει, αφού με τον πατέρα του στην παρανομία, «πιάνουν» στο ραδιόφωνο τη Φωνή της Αλήθειας ή ξένους σταθμούς να μάθουν τι συμβαίνει. Στο σχολείο, ο συντηρητισμός κυριαρχεί. Στην Ελληνογερμανική όπου φοιτά, η έπαρση της σημαίας είναι καθημερινή. «Όλοι είναι φοβισμένοι, κανείς δεν μιλάει. Και μάλιστα στην αρχή η χούντα έχει και μια σχετική λαϊκή αποδοχή. Οι συνταγματάρχες εκμεταλλεύτηκαν τη φθορά του πολιτικού συστήματος. Μάλιστα, ορισμένοι σύγκριναν τον Παπαδόπουλο με τον Νάσερ της Αιγύπτου», λέει.
Μετά το πρώτο σοκ του αιφνιδιασμού της Αριστεράς, η πρώτη αντίδραση που έρχεται σε συλλογικό επίπεδο είναι τα ανέκδοτα. «Οι λόγοι του Παττακού και του Παπαδόπουλου είναι για όλους αφορμή για κοροϊδία. Και το κιτσαριό τους βέβαια. Ακόμη και τα μικρά παιδιά, συγκρίνουμε τους συνταγματάρχες με τους δασκάλους μας, τους μεγαλύτερους γενικά και καταλαβαίνουμε ότι είναι απαίδευτοι και αμόρφωτοι άνθρωποι. Γεμίζει το σχολείο και όλα τα δημόσια ιδρύματα από αφίσες με την αναγέννηση του φοίνικα, το πουλί της χούντας που το κοροϊδεύουμε γιατί μας το έχουν κοτσάρει παντού», θυμάται ο Δημήτρης Κουμάνταρος.
Το κοντό μαλλί στο σχολείο είναι απολύτως υποχρεωτικό. «Στους δύο πόντους μαλλί, σε διώχνουν! Παίζεις ποδόσφαιρο στην Κυψέλη και ο αστυνομικός σου δίνει σφαλιάρα που παίζεις μπάλα. Περνάς στις 8 το βράδυ από το πάρκο και σε συλλαμβάνουν για μπανιστιρτζή, ενώ είσαι 16 ετών. Μια τρομακτικά αυταρχική συμπεριφορά εκφράζεται από όλα τα όργανα κράτους», λέει. «Και κάθε χρόνο γράφαμε εκθέσεις με θέμα την αποταμίευση και την επανάσταση της 21ης Απριλίου! Κάθε χρόνο!»
Κάθε χρόνο λοιπόν, μέσα στις άλλες μονομανίες των συνταγματαρχών είναι οι εορτές πολεμικής αρετής των Ελλήνων στο Παναθηναϊκό στάδιο. «Η προσέλευση των μαθητών είναι υποχρεωτική. Παρελαύνουν άρματα και στρατιώτες ντυμένοι αρχαίοι Έλληνες. Αναγκαστικά συμμετέχω και εγώ. Το ‘68 ή το ’69, ήρθε και ο Παπαδόπουλος να μας μιλήσει. «Νέοι και νέες...» , αρχίζει να λέει με στόμφο. Και τότε όλοι μας, περίπου 60.000 παιδιά αρχίζουμε να τον επευφημούμε, αλλά με ειρωνεία. Πάει να συνεχίσει και ξανά τον διακόπτουμε φωνάζοντας και στριγγλίζοντας. Έμοιαζε με επευφημία, αλλά ήταν γιούχα. Επί 10 λεπτά δεν τον αφήνουμε να ξεκινήσει, κάτι που κάναμε όλοι μας αυθορμήτως. Και κανείς δεν μπορούσε να μας πει τίποτα. Μέχρι που θύμωσε ο ίδιος και είπε κάτι σαν «πρέπει να πειθαρχηθείτε και σταματήστε», θυμάται ο Δημήτρης Κουμάνταρος..
Ένα ακόμη περιστατικό που διηγείται αφορά στο σχολείο. «Ένα χρόνο μικρότερος στο ίδιο σχολείο με εμένα, φοιτά ο γιος ενός μεγαλο-υπουργού και στελέχους χούντας. Είναι από τους πιο άσχετους στην μπάλα. Ωστόσο, η ομάδα του σχολείου μας –με αυτόν συμμετέχοντα- επιλέγεται να παίξει πριν από το μεγάλο event του αγώνα του Παναθηναϊκού με την Τότεναμ Αγγλίας! Κανένα άλλο σχολείο δεν έπαιξε!», μας λέει.
Και η υπερβολή συνεχίζεται... «Σε άλλο ματς για τα προκριματικά κυπέλλου, στον αγώνα Ελλάδα-Ρωσία, ένα ελικόπτερο ρίχνει την μπάλα στο κέντρο του γηπέδου και ο Παττακός πάει για να σημάνει το εναρκτήριο λάκτισμα!»
Ο Κουμάνταρος το 1971 θα περάσει στο Οικονομικό της Νομικής, όπου θα αντιμετωπίσει τον συντηρητισμό των καθηγητών του. Την ίδια στιγμή, αφήνει γένια και μαλλιά, όπως και οι άλλοι συνομήλικοι της εποχής του. Ρούχα μιλιτέρ για ειρηνικούς σκοπούς, αμπέχονα και μια μίμηση χιπισμού κυριαρχεί.
«Το βράδυ ξενυχτάω είτε με το «Αξιον εστί» του Θεοδωράκη ή με τους Pink Floyd. Για εμένα είναι το ίδιο αγωνιστικό. Ο ίδιος ο Θεοδωράκης άλλωστε έχει στοιχεία μουσική από το Who στον δίσκο του Ήλιος και ο Χρόνος», λέει ο Κουμάνταρος. Πολλά πολιτιστικά γεγονότα συμβαίνουν τότε, που αποτελούν την αφετηρία συνεύρεσης νέων ανθρώπων που αντιδρούν στη γελοιότητα και την καταπίεση μεγάλων. Σινεμά με Γουντστοκ, Φράουλες και Αίμα, μουσική με ρεμπέτικα και Σαββόπουλο στο «Κύτταρο», θέατρο τέχνης Καρόλου Κουν, συναυλία Μαρκόπουλου στο Σπόρτινγκ. «Τον φοιτητή που βλέπεις εκεί, πιο εύκολα την επόμενη μέρα στη σχολή θα τον πλησιάσεις για να μιλήσεις για πολιτική», εξηγεί.
Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι τοπικοί σύλλογοι στην Αθήνα (των Κρητών, των Ηπειρωτών, των Χιωτών) που με δημοκρατικά εκλεγμένα συμβούλια αποτελούν υποκατάστατο συλλογικής συνεύρεσης. «Εκεί αρχίζει η ζύμωση που οδήγησε στο Πολυτεχνείο», μας λέει.
Φώτης Προβατάς, πολιτικός μηχανικός, δημοτικός σύμβουλος
Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών βρίσκει τον Φώτη Προβατά φοιτητή στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Συνδικαλιστής από τα... γεννοφάσκια του, ο Προβατάς ήταν ήδη εκλεγμένος στο κεντρικό συμβούλιο της ΕΦΕΕ. Εκπροσωπώντας τη νεολαία Λαμπράκη, την Αριστερά. «Ξαφνικά, μετά μια σειρά συλλήψεων, καταλάβαμε τι σημαίνει να έχεις όλους αυτούς τους χαφιέδες γύρω σου, τους ασφαλίτες, που μας καταπίεζαν, που εκφόβιζαν τα παιδιά. Από τη μια στιγμή στην άλλη, μπορούσες να βρεθείς σιδηροδέσμιος...», μας λέει σήμερα.
Το βράδυ της 21ης Απριλίου, στην Αρχιτεκτονική είχε κατάληψη. «Ήμασταν μέσα στα σχεδιαστήρια και ήταν σαν πανηγύρι. Πάντα οι καταλήψεις των αρχιτεκτόνων ήταν κάτι ανάμεσα σε μαχητική διεκδίκηση και σε πανηγύρι, μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα αγωνιστική, επαναστατική, καλαμπουρτζίδικη. Πολύ τραγούδι, κατ΄ εξοχήν Θεοδωράκη και ρεμπέτικα. Φυσικά και Σαββόπουλο. Και είχα φύγει κάποια στιγμή προς τα ξημερώματα πριν μπουν τα τανκ. Πήγα στο σπίτι, αλλά μέχρι να φτάσω στο σπίτι να κοιμηθώ, μάλλον κάποιος ήρθε στο σπίτι και είπε ότι κάτι γίνεται κάτι επεισόδια. Και επειδή εμείς ήμασταν υποψιασμένοι εκείνη την περίοδο για το τι μπορούσε να συμβεί, παρά το γεγονός ότι προσπαθούσαμε να πείσουμε τον κόσμο να μην ανησυχεί, πήγα να δω. Και βέβαια είδα και κατάλαβα και δεν ξαναγύρισα στο σπίτι. Γι αυτό και ήμουνα και από εκείνους που δεν πιάστηκαν πραγματικά στον ύπνο», διηγείται ο Φώτης Προβατάς.
Λόγω συνδικαλισμού, ο νεαρός τότε φοιτητής ήταν –κατά κάποιο τρόπο- υποχρεωμένος να φοράει κοστούμι και γραβάτα. «Αλλιώς δεν μπορούσαμε να έχουμε πρόσβαση στους καθηγητές. Δεν μας δέχονταν», εξηγεί. Από την πρώτη κιόλας μέρα, ο Φώτης Προβατάς περνά στην παρανομία και στην οργάνωση «Ρήγας Φεραίος». Δεκαπέντε μέρες αργότερα, ένα ατύχημα –αδιευκρίνιστο αν ήταν μόνο ατύχημα- στο δρόμο τον ανάγκασε να μείνει για πολλούς μήνες στο νοσοκομείο.
«Όλα τα παιδιά διαβάζαμε τότε πολύ. Πριν από το πραξικόπημα ειδικά, είχαμε πέσει με τα «μούτρα» στην αριστερή λογοτεχνία, για να σ’το πω αλλιώς, στις εκδόσεις Θεμέλιο. Πολιτικές θεωρίες επίσης, που ήταν οι αγαπημένες μας. Και πολλή ποίηση... τα περιοδικά που διαβάζαμε τότε ήταν η Επιθεώρηση Τέχνης. Και βέβαια, διαβάζαμε ξένες εφημερίδες, ειδικά βρετανικό Τύπο», διηγείται ο κ. Προβατάς. «Σας είπα ότι φορούσαμε κυρίως κοστούμι. Όταν βγαίναμε έξω όμως, φορούσαμε μπλου τζηνς και πουλοβεράκια. Τα μαλλιά μας δεν ήταν ιδιαίτερα κοντά και ήταν πολύ της μόδας η μπριγιαντίνη. Οι φοιτητές στην πλειοψηφία τους ήταν ατημέλητοι. Διασκεδάζαμε σε ταβερνεία, με κρασάκι, μεζέδες και πολύ τραγούδι. Τότε υπήρχε ακόμη και το τζουγκ μποξ».
Από τις πρώτες ώρες της δικτατορίας και παρά τις προσπάθειες για επανασύνταξη των αριστερών δυνάμεων, οι φοιτητές έβρισκαν τρόπους να αντιμετωπίσουν την κακογουστιά της χούντας ως γελοίες εκφάνσεις ενός φασιστικού καθεστώτος. «Η αντίδραση εκφραζόταν με ειρωνεία, ένα ανέκδοτο, ένα αστείο. Ταυτόχρονα πολεμούσαμε και το φόβο μας. Δηλαδή και να μην ήταν γελοία άτομα οι συνταγματάρχες –που ήταν- έπρεπε με κάποιο τρόπο να διασκεδάσουμε τις... εντυπώσεις μας. Ακόμη και οι καθηγητές πανεπιστημίου γελούσαν με τις μπούρδες που ξεστόμιζε ο Παπαδόπουλος και ο Παττακός και που το βράδυ προβάλλονταν αργότερα από την ΥΕΝΕΔ, που ήλεγχαν βέβαια απόλυτα», επισημαίνει.
Μετά την ανάρρωσή του, ο Φώτης Προβατάς με άλλους συντρόφους του προσπάθησε να επανασυστήσει την ΕΦΕΕ. «Σύντομα, οι φοιτητικές επιτροπές ξεφύτρωσαν εδώ κι εκεί. Κι όπου ξεκινούσαν ένας δυο άνθρωποι, αμέσως βρισκόντουσαν κι άλλοι. Όχι πάντοτε πολιτικοποιημένοι φοιτητές, αλλά έρχονταν πολλοί. Και λίγο-λίγο αυτό έπαιρνε κι ένα πολιτικό χρώμα. Παράλληλα στον ευρύτερο χώρο τον νεολαιίστικο ιδιαίτερα τον φοιτητικό αλλά και των νεαρών επιστημόνων ξεκινούσαν κάποιες προσπάθειες γενικότερου χαρακτήρα πολιτισμικού, ευρωπαϊκού, που ουσιαστικά όλες είχαν ένα βαθύτατο αντιδικτατορικό χαρακτήρα έστω κι αν δεν φαίνονταν στην αρχή. Μια κόντρα δηλαδή στις τελετές ανδρείας και αρχαιοπρέπειας που οργάνωνε η χούντα».
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της σχολής του, ήταν και ιδιαίτερα επεξηγηματικό για την αισθητική των χουντικών. «Σε ένα μάθημα αρχιτεκτονικών συνθέσεων, ένα θέμα αφορούσε στη δημιουργία και τον σχεδιασμό ενός σιδηροδρομικού σταθμού σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Το μάθημα γινόταν σε μια μεγάλη αίθουσα με σχεδιαστήρια, καθόμαστε ένας δυο τρεις σε κάθε σχεδιαστήριο και δουλεύαμε το θέμα μας. Το σκεπτόμασταν, το καταγράφαμε, το σχεδιάζαμε και μετά περνούσε ο καθηγητής με την ομάδα των επιμελητών και σε κάθε σχεδιαστήριο καθότανε και κουβεντιάζαμε», περιγράφει ο Φ. Προβατάς.
«Καθηγητής μας ήταν ο αρχιτέκτων Σόλων ο Κυδωνιάτης ένας πολύ σπουδαίος αρχιτέκτονας και σπουδαίος άνθρωπος και καθηγητής, ο οποίος με την ομάδα των επιμελητών του ήρθε κοντά μου να του εξηγήσω τι είχα φτιάξει και σε αντίθεση με τους περισσότερους συμμαθητές μου εγώ είχα σχεδιάσει αυτόν τον σιδηροδρομικό σταθμό μίας μικρής επαρχιακής πόλης. Όπου είχα βάλει το σταθμαρχείο, τις τουαλέτες, την αναμονή των ταξιδιωτών, αλλά είχα βάλει κι ένα χωλ μεγάλο με τους πάγκους για να κάθονται. Οι περισσότεροι συμμαθητές επηρεασμένοι από το κλίμα γενικά της εποχής, από τον τόπο τους από το χωριό τους ίσως από τα μέρη τους, είχαν βάλει δύο την πρώτη και τη δεύτερη θέση. Εγώ είχα ένα ενιαίο. Ο καθηγητής με ρώτησε γιατί. Λέω θεωρώ ότι επειδή είναι μικρή η επαρχιακή πόλη δε χρειάζεται τόση πολυτέλεια γιατί θα έχει και υπερβολικό κόστος και δε θα το χρησιμοποιεί κανείς. Έχεις μου λέει μάλλον δίκιο, είναι σωστή η σκέψη δεν το είχα σκεφτεί. Κι εγώ νομίζω μου λέει ο καθηγητής καλή είναι αυτή η ιδέα να μη χαλάμε και πολλά χρήματα και γελώντας έφυγε. Και πράγματι γελάσαμε όλοι, δεν υπήρχε καμία πολιτική πρόθεση σε όλη αυτή την ιστορία»
..»Όμως το αποτέλεσμα ήτανε το εξής: την άλλη μέρα που εμφανίστηκα στο πολυτεχνείο με βούτηξαν κυριολεκτικά εκεί πέρα ο αρχι-ασφαλίτης του πολυτεχνείου μαζί με δυο τρεις ακόμη. Και με πήραν κατευθείαν στην Μπουμπουλίνας, όπου με παρέλαβαν αμέσως Κραβαρίτης και οι διάφοροι αυτοί οι οποίοι πραγματικά μου δώσανε το ξύλο της ζωής μου. Ήτανε πάρα πολύ θυμωμένοι. Και μου λέγανε ότι θέλω να εγκαταστήσω Σοβιέτ στην Ελλάδα καταργώντας την πρώτη και τη δεύτερη θέση στους σιδηροδρομικούς σταθμούς...».
Απρίλιος 1967….Ήμουν 6 ετών, άρρωστος με γρίπη και η μητέρα μου με την γιαγιά μου με πήγαν στον γιατρό. Έξω από την πόρτα του γιατρού ήταν ένας χωροφύλακας, που μας είπε με άγριο τόνο, πως πρέπει να αλλάξουμε γιατρό, γιατί εκείνον τον έστειλαν… διακοπές.
Τα μικρά σπιτάκια στο δρόμο της επιστροφής ήταν όλα κλειστά και μόνο στα γκρίζα γιαπιά έβλεπα χωροφύλακες σαν φαντάσματα, κρυμμένους από τα βλέμματα και την ομίχλη. Σαν άγαλμα η γυναίκα του κυρ Αλέκου, του αρτεργάτη, έβλεπε το στρατιωτικό τζιπ να παίρνει τον άντρα της και να ξεμακραίνει. Η μητέρα μου κοντοστάθηκε να της μιλήσει, αλλά η γιαγιά μου την τράβηξε να μπούμε γρήγορα σπίτι μας.
Οι μέρες και οι μήνες κυλούσαν ήρεμα και κυρίως σιωπηλά!! Παντού ήταν αναρτημένα τεράστια πανό με τα κακοζωγραφισμένα «πουλιά της επανάστασης».
Τα έβλεπα να «καίγονται» μαζί με τον φαντάρο και με ανοιχτό το στόμα τους, να είναι έτοιμα να αρπάξουν ότι ελεύθερο ήθελε να πετάξει….
Τα μονότονα και βαρετά εμβατήρια ακουγόταν όλη μέρα και μια εμπόλεμη ατμόσφαιρα υπήρχε παντού γύρω μας. Όταν τα βράδια η μητέρα μου έψαχνε τη «Ντόιτσε Βέλε», ο παππούς μου της έλεγε να το κλείσει, γιατί ο γείτονας ο λοχαγός από απέναντι, έχει μεγάλα αυτιά.
Στο σχολείο, κάτω από τα συνθήματα «Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια» και «Ζήτω η Επανάστασις της 21ης Απριλίου», κάθε πρωί τραγουδούσαμε «έχω μια αδελφή, κουκλίτσα αληθινή, την λένε βόρειο ήπειρο, την αγαπώ πολύ». Μια μέρα δε, μας πήγαν στο θέατρο με το σχολείο. Στη σκηνή εμφανίστηκε μια όμορφη νέα κοπέλα ντυμένη στα άσπρα, είχε περασμένη στο στήθος της μια κορδέλα που έγραφε «ΕΛΛΑΣ». Έστεκε αγέρωχη πάνω στα βράχια. Ένας ρακένδυτος βρώμικος και καμπούρης που κρατούσε κουμπούρα και μαχαίρια, ξεπρόβαλε πίσω από τους βράχους απειλητικά. Είχε και αυτός μια κορδέλα “καλλιστείων” στο στήθος του, που έγραφε «ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ». Η νεαρά μόλις τον είδε ούρλιαζε από τον φόβο και φώναζε βοήθεια. Τότε, ξεπρόβαλε πίσω από τους βράχους ένας φαντάρος, καθαρός και στην τρίχα, και με μιας τον έριξε κάτω και τον πάτησε. Ενώ το κοινό, οι μαθητές των σχολείων δηλαδή, ζητωκραύγαζαν, πίσω από τα βράχια βγήκε ένας αγρότης με άχυρα, ένας εργάτης με το μυστρί στα χέρια και ένας φοιτητής κουρεμένος και με πολλά βιβλία στα χέρια (και όχι ακούρευτος με άφιλτρα Σαντέ, όπως ήταν οι φοιτητές της εποχής). Όλοι μαζί άρχισαν να χορεύουν κάποιο παραφρασμένο δημώδες που εξυμνούσε την «επανάσταση του Απρίλη».
Αυτές ήταν οι πρώτες παραστάσεις παραγωγής της χούντας. Και αφού είδαν πως ο κόσμος διψάει για «ποιοτικό» θέαμα, άρχισαν να στήνουν μεγαλύτερες. Ενώ στην επαρχία με το γνωστό δημώδες «Γιώργο Παπαδόπουλε κράτα τα κλειδιά» ξεφάντωναν οι εγκάθετοι αλλά και πολλοί οπαδοί τους, στην Αθήνα έστηναν αναπαραστάσεις μαχών, κυρίως στο Καλλιμάρμαρο. Έτσι, με αυτές τις παράτες προσπαθούσαν να αναπαραστήσουν τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας, ντύνοντας έναν κακόμοιρο φαντάρο «Μέγα Αλέξανδρο», να κρατάει την χάρτινη ασπίδα του και να του κουνάει ο αέρας το κακοφτιαγμένο δόρυ του.
Το Κιτς ήταν πλέον η εθνική αισθητική. Το παρόν δεν υπήρχε, υπήρχε η κακή απομίμηση του ένδοξου παρελθόντος. Ο πατριδολατρικός οίστρος ήθελε να κατασκευάσει μια «ελληνικότητα» που να παρασύρει και να διαποτίσει όλη την επικράτεια.
Το 2004 ξεκινώντας να κάνω το ντοκιμαντέρ για «το Κιτς της Χούντας», έψαξα τα επίκαιρα της εποχής. Είδα κατάπληκτος μια γιορτή που έκανε το Υπουργείο Οικονομίας της χούντας στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία. Για να αποδείξουν το λαϊκό-αγροτικό πρόσωπο τους, γέμισαν με αγρότες και ζώα (πρόβατα και κατσίκια), τα χαλιά του μεγαλοαστικού ξενοδοχείου.
Ένα από τα πολλά κακά που έκανε η χούντα με το κιτς της, ήταν που ανέκοψε μια μικρή αναγέννηση που συνέβαινε την δεκαετία του 60 στην Ελλάδα. Σπουδαίοι ξένοι σκηνοθέτες, ανακάλυπταν την αθωότητα και το μεγαλείο ενός τόπου, που ζούσε ανοιχτόκαρδα τα λιτά λαϊκά στοιχεία της γειτονιάς του. Είναι η εποχή, που δημιουργοί όπως, ο Μίκης, ο Μάνος, ο Τσαρούχης, η Μπέλου, ο Τσιτσάνης και αρκετοί άλλοι, προσπάθησαν να απαντήσουν στον κακόγουστο λαϊκισμό, αφήνοντας ευτυχώς σπουδαία, αληθινά λαϊκά έργα.
Επηρεασμένος και εγώ από το Κιτς της Χούντας, στην τελευταία ταινία μου, «Αι Φορ Λούφα και Απαλλαγή», ο ήρωάς μου, ένας διεστραμμένος συνταγματάρχης, στήνει μια ανάλογη φιέστα.
Διονύσης Σαββόπουλος, συνθέτης, τραγουδιστής
Αρχές της δεκαετίας του ‘ 60 στη Θεσσαλονίκη, δημιουργήθηκε η Φοιτητική Πνευματική Κίνηση «Η Ροτόντα». Φοιτητές της Νομικής, ανάμεσά τους και ο Διονύσης Σαββόπουλος, αποφάσισαν να ασχοληθούν με τα γράμματα, τις τέχνες και τη μουσική και έφτιαξαν το σύλλογο «Ροτόντα» που πραγματοποιούσε διαλέξεις και εκδηλώσεις. Η δημιουργική δεκαετία είχε ξεκινήσει και στην συμπρωτεύουσα...
«Όταν ήμουνα στην Θεσσαλονίκη υπήρχε μία εκπομπή του ραδιοφώνου του Δευτέρου Προγράμματος που τη λέγανε «Οι Νέοι Συνθέτες». Ένοιωσα αμέσως ότι αυτό με αφορούσε. Δεν παίζανε και πολλά τραγούδια. Νέοι συνθέτες ήταν ο Σταύρος Ξαρχάκος, κάποια άλλα δυο τραγούδια είχε γράψει ο Γιάννης Μαρκόπουλος και επίσης ο Μάνος ο Λοΐζος δύο τραγούδια πάνω σε στοίχους του Λόρκα. Ήθελα να τους συναντήσω αυτούς τους ανθρώπους, ήθελα να κατέβω στην Αθήνα. Ήθελα να τους πω ότι να και εγώ γράφω, ήθελα να γνωριστώ με τους ομοτέχνους μου της γενιάς μου», έχει πει ο Διονύσης Σαββόπουλος.
Το 1963, ο Σαββόπουλος έκανε ότο-στοπ και κατέβηκε με φορτηγό στην Αθήνα. Ήρθε προηγηθεί ένα ταξίδι μαζί με συμφοιτητές του, εκπροσωπώντας το «πάνω πανεπιστήμιο» για να συμμετάσχει στις εργασίες που τελικά ίδρυσαν την ΕΦΕΕ. Εκείνες τις μέρες έγινε και η πρώτη πορεία ειρήνης στην οποία συμμετείχε ο Γρηγόρης Λαμπράκης. Σε μια από τις διαδηλώσεις που ακολούθησαν, ο Σαββόπουλος συνελήφθη. Πάνω του βρέθηκε ένα μπλοκάκι όπου έγραφε στίχους. Ο Αξιωματικός που τον ανέκρινε άνοιξε το μπλοκάκι, είδε τους στίχους αλλά δεν καταλάβαινε - δεν ήταν μέσα στα πλαίσια της δικής του αισθητικής του και νόμιζε ότι ήταν ... κώδικες.
Μόνιμος κάτοικος Αθηνών πια, από το 1963 ο Σαββόπουλος κάνει πολλές δουλειές για να επιβιώσει. «Ήμουν μπογιατζής, ήμουνα γυμνό μοντέλο στην Σχολή Καλών Τεχνών. Ήμουνα γκαρσόνι. Έχω κάνει και φορτοεκφορτωτής, αλλά δεν άντεξα παραπάνω από δύο μέρες. Με φιλοξενούσαν συνάδελφοι, ο Λοΐζος και ο Μαρκόπουλος», έχει πει.
Το φθινόπωρο του 1964 δούλεψε στη μπουάτ «Στοά» του Γιώργου Κούνδουρου στο Κολωνάκι. «Επιμελητές» του προγράμματος ήταν ο ίδιος, ο Μάνος Λοΐζος και η Μαρία Φαραντούρη. «Ερχόντουσαν οι φίλοι μας, οι Λαμπράκηδες, πολύς κόσμος. Ο Γιώργος ο Κούνδουρος όμως μας σταμάτησε μετά από κάποιο καιρό. Καλά, τον ρωτάγανε, γιατί, αφού είχανε επιτυχία τα παιδιά. Και ο Κούνδουρος έστριβε το μουστάκι του και έλεγε: «Ερχόντουσαν στις 9:00 παραγγέλνανε ένα καφέ. Και στις 2:00 η ώρα, όταν τους έλεγες τι θα πάρετε, σου δείχνανε το σήμα του Λαμπράκη», λέει ο Σαββόπουλος.
Από τις μπουάτ στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής, τα «Δειλινά» και αλλού, ο Σαββόπουλος καταφέρνει να «συνδέσει» τις τάσεις της γενιάς του: το ροκ από τη μία και από την άλλη τις ελληνικές καλλιτεχνικές φόρμες. Το 1965 βγάζει τον πρώτο του δίσκο με τέσσερα τραγούδια: «Μια θάλασσα μικρή», «Μην μιλάς άλλο γι’ αγάπη», «Πουλιά της δυστυχίας» και «Ήλιε Αρχηγέ». Ο δίσκος πήγε αρκετά καλά. Πριν κλείσει ο χρόνος, έβγαλε ακόμη έναν: «Η Συννεφούλα», «Το Δέντρο», «Η Αμνησία», «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας» που οι στίχοι ήταν του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Και το Νοέμβρη του ‘66 βγήκε το «Φορτηγό».
«Το ’66-’67 που παίζαμε στην «Παράγκα» έμπαινε μέσα η αστυνομία στην διάρκεια του προγράμματος και γύρευε ταυτότητες από τους θαμώνες. Και όσοι δεν είχαν -δεν έχεις πάντα την ταυτότητα επάνω σου- τους παίρνανε μαζί στο Τμήμα διανυκτερεύανε για εξακρίβωση. Δηλαδή για να πας να ακούσεις μερικά τραγούδια να πεις ένα ποτό έπρεπε να επιδείξεις ηρωισμό. Το μαγαζί φαίνεται πιέστηκε πάρα πολύ από το Τμήμα της περιοχής και μου ζήτησε να αφαιρέσω τραγούδια από το πρόγραμμα. Είπα «δεν βγάζω τίποτα» και σηκώθηκα και έφυγα». Διηγείται.
Η λογοκρισία ήταν έντονη, αλλά και... γελοία. «Μερικές φορές αναγκαζόσουνα να παζαρέψεις, ακόμα και για τα αυτονόητα! Τι βλέπω εδώ, κύριε Σαββόπουλε, μου λέει ο κριτής. -Τι; λέω. -Άσμα τα κορίτσια που πηγαίνουν δύο - δύο; -Μάλιστα. -Και που λέει εδώ την μαμά τους την ρωτάνε κάθε μήνα μια φορά. - Λοιπόν; -Τι λοιπόν. Θίγετε ένα λεπτό θέμα γυναικολογικής φύσεως. -Ναι λέω, αλλά με τρυφερότητα, κατανόηση και με ταλέντο εάν έχετε υπόψη σας. -Έτσι λέτε εσείς, το άσμα απορρίπτεται, πηγαίνετε. -Να πηγαίνω, του λέω, αλλά δεν είστε μάνα και δεν μπορείτε να καταλάβετε», διηγήθηκε.
Η 21η Απριλίου βρίσκει τον Διονύση Σαββόπουλο στο «Κεντρικό» να παρουσιάζει τα «Νέγρικα» του Μάνου Λοΐζου. «Η συναυλία τελείωσε θριαμβευτικά: «Δεν θα περά-, δεν θα περάσει ο φασισμός». Την άλλη μέρα δεν ξέραμε τι θα κάνουμε. Ήμασταν αισιόδοξοι ότι δεν θα γίνει τίποτα», λέει.
«Με την δικτατορία ταλαιπωρηθήκαμε πολύς κόσμος και η καλλιτεχνική έκφραση πιέστηκε πάρα πολύ. Δεν της βγήκε σε κακό όμως εν τέλει αν κρίνω από το πόσοι ενδιαφέροντες δίσκοι μουσικής βγήκαν στην διάρκεια της επταετίας. Πόσα ενδιαφέροντα βιβλία και ταινίες, φιλμ. Επίσης με τον αρνητικό τους τρόπο η χούντα μας βοήθησε να συνειδητοποιήσουμε τι είναι το κύριο. Το κύριο είναι η δημοκρατία. Οι κανόνες του παιχνιδιού, οι θεσμοί, και αυτά τα μαξιμαλιστικά όπως η διάλυση του κράτους, η δικτατορία του προλεταριάτου, αυτά ανεβλήθησαν για ένα μακρινό πιθανόν μέλλον», είχε σχολιάσει.
Με αφορμή τις ερωτήσεις μας για το θέμα της αισθητικής της εποχής, ο Διονύσης Σαββόπουλος δήλωσε:
«Η αισθητική της χούντας μ’ όλο το κιτσαριό της υπήρχε και πριν από τη χούντα και μετά τη χούντα. Νομίζετε ότι αυτά που βλέπουμε στην τηλεόραση τώρα ή που ακούμε στα «λαϊκά» μαγαζιά είναι καλύτερα; Διαφέρουν μόνο στο ότι εκείνοι, οι χουνταίοι, τόσο ξέρανε τόσο κάνανε, ενώ οι τωρινοί ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν και γιατί το κάνουν. Το κάνουν για να μας αποκοιμίσουν και να μας πουλήσουν ευκολότερα. Είναι πολύ καλύτεροι επαγγελματίες σ’ αυτό. Αλλά όπως απέναντι στη χούντα ήταν ο Κουν, ή ο Ξυλούρης, ή ο Θεοδωράκης, ή ο Μαρκόπουλος, έτσι και τώρα απέναντι στα σκουπίδια είναι ο Λευτέρης Βογιατζής, ο Βασίλης Παπαβασιλείου, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και ούτω καθ’ εξής.
Τι να κάνουμε; Η Ελλάδα προχωρούσε πάντοτε από τις εξαιρέσεις της», μας είπε ο Διονύσης Σαββόπουλος.
Γιώργος Βότσης, δημοσιογράφος
Η αισθητική της γενιάς των νέων της δεκαετίας του ’60 ήταν συνυφασμένη με τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη. «Τη γενιά που δεν είχε απολαύσει το μεγαλείο της Εθνικής Αντίστασης, που είχε παραλάβει μια ηττημένη Αριστερά, την έστησε στα πόδια της ο Μίκης», μας λέει ο δημοσιογράφος Γιώργος Βότσης. «Ήταν ενέργεια αντιστασιακή να τραγουδάς τα τραγούδια του, ήταν πράξη πολιτική. Και από εκεί και πέρα αυτό που σήμερα ονομάζουμε στιλ, καθοριζόταν από τη μουσική. Εμείς θυμάμαι είχαμε μαλλί μακρύ και γένια, φορούσαμε και αμπέχονα. Τα κορίτσια φορούσαν μακριές φούστες, ινδικά ρούχα και κρατούσαν ταγάρια αντί για τσάντες. Φορούσαμε θυμάμαι ρούχα της αγγλικής οργάνωσης Oxfam, από δεύτερο χέρι».
Πρόσωπο-σύμβολο της εποχής ο Τσε Γκεβάρα. «Σε αυτόν θέλαμε να μοιάσουμε, αυτός ήταν ο διαφορετικός, ο αγωνιστής που ενώ έγινε υπουργός στην επαναστατική κυβέρνηση της Κούβας για την οποία είχε πολεμήσει, επέλεξε να φύγει ξανά για έναν νέο πόλεμο στη Βολιβία», μας λέει ο Βότσης. «Αυτά, σε συνδυασμό με τη μουσική του Μίκη όριζαν την αισθητική της εποχής, μέχρι που στα τέλη της δεκαετίας τα ανέτρεψε όλα το κίνημα των χίπις».
Ο Γιώργος Βότσης μπήκε στη Νομική το 1956 και μέχρι το 1967 είχε «προλάβει» να πιάσει δουλειά ως δημοσιογράφος και να παντρευτεί. Έμενε τότε με τη γυναίκα του στην οδό Ασκληπιού. «Το βράδυ του πραξικοπήματος κοιμόμουνα. Η τότε γυναίκα μου έλειπε, ξεγεννούσε την αδερφή της. Και κατά της δυόμισι η ώρα χτυπάει το κουδούνι και είναι ο Κώστας ο Παπαϊωάννου που έβγαζε αργότερα το Ποντίκι, τότε δούλευε στην Ακρόπολη. Νόμιζα ότι από χαρτοπαιξία έρχεται, του λέω άντε, πάρε στο ψυγείο κάτι να φας, κοιμήσου στο άδειο κρεβάτι. Σήκω, μου λέει, πραξικόπημα. Άργησα να τον πιστέψω, αλλά επέμενε. Έβαλα τότε γρήγορα-γρήγορα σε ένα χαρτί αυτά που θεώρησα τότε αναγκαία. Δηλαδή μια αλλαξιά εσώρουχα, χαρτί, μολύβι, ένα τρανζίστορ ένα ραδιοφωνάκι, ένα μικρό σκάκι, μολύβια. Και αυτά ήτανε όλα μου τα υπάρχοντα που πήρα από εκείνο το σπίτι που δεν το ξανάνοιξα ποτέ. Και με αυτά πορεύτηκα στην παρανομία», διηγείται.
Ψάχνοντας να βρει τι είχε συμβεί, ποιοι είχαν συλληφθεί, ποιοί όχι, ο Γιώργος Βότσης συνάντησε τον Αριστείδη Μανωλάκο και έκλεισαν ραντεβού για την Κυριακή του Πάσχα, δέκα μέρες μετά το πραξικόπημα. «Κλείσαμε το ραντεβού για την Κυριακή του Πάσχα με τον Μίκη -ήταν και δύσκολο το πώς να τον μεταφέρεις, πώς να του αλλάξεις τα χαρακτηριστικά κοτζάμ ντερέκι άντρας. Και βρισκόμαστε στο φοιτητικό διαμέρισμα ενός μετέπειτα Υπουργού της Νέας Δημοκρατίας του Παναγιώτη του Δελημήτσου, δίπλα σε μία βάση της Αεροπορίας που είναι στην Κυψέλη. Αρχίζουμε από πρωί την συνεδρίαση, πέντε ήμασταν: Ο Μίκης, ο Χρόνης Μίσσιος, ο Αριστείδης Μανωλάκος, ο Θέμης Μπανούσης και εγώ. Οι τρεις πρώτοι είναι από τους ηγέτες των Λαμπράκηδων, εγώ δημοσιογράφος της αριστεράς τότε, ο Μπανούσης μετέπειτα εκδότης και ο μόνος που δε βγήκε στην παρανομία. Ο Μίκης είχε το γενικό συντονισμό της συζήτησης. Δίπλα, οι σμηνίτες είχανε στήσει τα όργανα χορεύανε, γιορτάζανε το Πάσχα τους. Κάθε τόσο σταματούσε ο Μίκης και έλεγε: ακούστε τραγουδάνε Μίκη. Δεν τραγουδούσανε Μίκη βέβαια, αλλά θα ήθελε να τραγουδάνε Μίκη», θυμάται ο Γιώργος Βότσης.
Η συνάντηση του Πάσχα κατέληξε στη δημιουργία του Πατριωτικού Μετώπου. «Κάναμε κατανομή εργασιών. Σε μένα έλαχε ο κλήρος να έχω τον εκδοτικό μηχανισμό. Την άλλη μέρα βρεθήκαμε με το Μίκη στο σπίτι του Ανδρέα του Δάνου και αποφασίσαμε την εφημερίδα μας να την βγάλουμε «Νέα Ελλάδα».
Ο μόνος, ο μοναδικός πολύγραφος που λειτούργησε τότε είχε την πρόνοια ένας από τους Λαμπράκηδες. ο Δήμος ο Μαυρομάτης που δε ζει πια, σε ένα ταξίδι του να τον φέρει από την Τσεχοσλοβακία και τον κρύψει κάπου. Παρότι τον συνέλαβαν, κατάφερε να με ενημερώσει τον Βότση πού τον είχε κρύψει. «Ταχύτατα δικτυώθηκα με συναδέλφους δημοσιογράφους οι οποίοι βοήθησαν αποτελεσματικά στη συλλογή πληροφοριών. Φιλοδοξία μου ήταν να βγαίνει η Νέα Ελλάδα σε τρεις χιλιάδες αντίτυπα, κάθε δεκαπέντε μέρες. Να έχει πολλές πληροφορίες. Το πρώτο φύλλο περιείχε το μανιφέστο του Μίκη».
Οι συναντήσεις των μελών του Πατριωτικού Μετώπου γίνονταν... στους δρόμους. «Περπατούσαμε μία - δυο - τρεις ώρες -κι όπως φορούσα πέδιλα πληγιάζανε τα πόδια μου- στην Κυψέλη, στην Αχαρνών κλπ. Και του έλεγα ρε Κώστα (Φιλίνη), για όνομα του Θεού, έτσι όπως περιφερόμαστε συναντάμε πεντακοσίους ανθρώπους, από τους πεντακόσιους οι δέκα θα μας γνωρίσουνε. Θα πούνε απλώς είδα τον Κώστα και το Γιώργο εκεί. Γιατί δεν μπαίνουμε εκεί στο μαγαζάκι που είναι ένα ζευγαράκι τρυφερό όλο και όλο, να καθίσουμε και εμείς να πιούμε ένα ουζάκι και να τα πούμε μία χαρά, δε με άκουγε», λέει. «Προβοκάτορας από γεννησιμιού μου, δεν μου άρεσε η κηδεμόνευση του επιτελείου και οι «γραμμές». Άρχισα να ασφυκτιώ. Όπως και οι σύντροφοί μου...».
Ο Γιώργος Βότσης έφυγε τελικά για την Ευρώπη το Μάρτιο του 1968. «Βρέθηκα μετά από περιπέτειες Ιταλία, Γερμανία, Παρίσι ο προορισμός μου ήταν Λονδίνο. Ο κόσμος ήταν ευαισθητοποιημένος. Γινόταν σοβαρή δουλειά στο εξωτερικό... Θυμάμαι κάναμε μία εκπληκτική συγκέντρωση στην πρώτη επέτειο που Απριλιανού πραξικοπήματος, 10-12.000 κόσμου στο Τραφάλκαρ Σκουέρ, αγκαλιά με τη Μελίνα που ήμασταν και οι βασικοί ομιλητές στη συγκέντρωση».
Γιώργος Καραμπελιάς, συγγραφέας, εκδότης
Αν και γέννημα-θρέμμα Αχαιας, στο λύκειο ο Γιώργος Καραμπελιάς έπρεπε να εγκαταλείψει το σχολείο του στην Πάτρα. Είχε καταφέρει να μαλώσει τόσο με τον θεολόγο, που τού επεβλήθη αποβολή. Ήταν μια καλή ευκαιρία να μετακομίσει στην Αθήνα, που θα μπορούσε να συνδυάσει το νέο σχολικό περιβάλλον και την προετοιμασία του για την εισαγωγή στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών.
«Μπήκα στην ιατρική το 1964. Δύο μεγάλα ανανεωτικά ρεύματα επικρατούσαν τότε στο πανεπιστήμιο. Από τη μία, η επανανακάλυψη της ελληνικής παράδοσης, με τη βοήθεια του Χατζηδάκι και του Θεοδωράκη. Και από την άλλη, η είσοδος της ξένης μουσικής, που ακούγεται κυρίως από τον αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό. Εκείνος όμως που συνδέει και τις δύο τάσεις και που συνθέτει παράδοση και ροκ, ελληνισμό και ξένο ήχο είναι ο Σαββόπουλος», εξηγεί ο Γιώργος Καραμπελιάς.
Ο ίδιος... ανήκε και στα δύο ρεύματα, άκουγε Θεοδωράκη και Rolling Stones. «Η ενίσχυση των Λαμπράκηδων στις αρχές του ’60 με το ελληνοκεντρικό ρεύμα που έφερνε, είχε ως αποτέλεσμα κάθε παρέα που βρισκόταν στις ταβέρνες να τραγουδάει αθηναϊκό πολιτικό τραγούδι και ρεμπέτικο», λέει. «Τραγουδούσαμε και πολύ τότε. Και οικογενειακά, στις συνεστιάσεις. Κι ας φορούσαμε το τυποποιημένο κοστούμι της παλαιότερης γενιάς».
Η αλλαγή αρχίζει το 1966. Τα κινήματα απ΄έξω «πρόσταζαν» μαλλιά. «Οπότε μακραίνουμε τα μαλλιά, βγάζουμε και τις γραβάτες. Στο πολιτιστικό πεδίο, οι Αριστεροί και κουλτουριάρηδες πολιτικοποιημένοι φοιτητές είμαστε πια καννίβαλοι! Ασχολούμαστε με ποίηση, τέχνη, θέατρο, είμαστε όλοι γραμμένοι σε κινηματογραφικές λέσχες. Υπήρχε ένας εκθειασμός της ελληνικής λαϊκής ταυτότητας, ακόμη και στην αμφίεση. Για παράδειγμα, το ότι τότε χρησιμοποιούνται ξανά τα ταγάρια δεν είναι τυχαίο», μας λέει.
Και έρχεται το πραξικόπημα. «Απέναντι στην προσπάθειά μας να ανακαλύψουμε ξανά την ελληνική μας ταυτότητα και κουλτούρα, η χούντα έρχεται να συκοφαντήσει την ελληνοχριστιανική παράδοση. Γέμισαν τον κόσμο αρχαιοπρεπείς ασχήμιες και τις ονόμασαν εθνική παράδοση. Έβαλαν παντού σταυρούς, ταυτίζοντας το ορθόδοξο με το απολύτως συντηρητικό. Όλο το πατριωτικό και προοδευτικό ρεύμα που είχε κτιστεί από το 1950 μέχρι το 1967 σπάει με τη χούντα, διαμορφώνοντας την ιδεολογία της Μεταπολίτευσης», λέει ο Γ. Καραμπελιάς. «Όλοι εμείς οι μεγαλύτεροι, που γαλουχηθήκαμε με βάση το Κυπριακό, αφού ως το 1961 τρώγαμε ξύλο στις διαδηλώσεις που κάναμε για την ανεξαρτησία της Κύπρου, μπορούσαμε, νομίζω, να το ξεχωρίσουμε. Αλλά οι μικρότερες γενιές, που έζησαν στο σχολείο τον αυταρχισμό και την κακογουστιά του «πουλιού που αναγεννάται από τις στάχτες του φοίνικα», το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και τα λοιπά, ταυτίζουν τα εθνικά σύμβολα με τη χούντα. Και τα απορρίτπουν», τονίζει.
Η ελληνική σημαία και κάθε τι εθνικό ταυτίζεται με το συντηρητισκό και ακροδεξιό της χούντας. «Μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, το ΚΚΕ εσωτερικού παραμένει δεμένο με την παράδοση. Κατηγορεί τους συνταγματάρχες για μειωμένη εθνική συνέπεια και ευθύνη, τους θεωρεί πράκτορες των Αμερικανών και αμφισβητεί την εθνική διάσταση της χούντας. Και βέβαια, όλοι μας αντιλαμβανόμασταν το κιτσαριό των «εθνικών εορτών αρετής» που διοργανώνονταν κάθε τόσο», λέει.
Το Σεπτέμβριο του ’67, ο Καραμπελιάς έχει ήδη αποφασίσει ότι θα αφήσει την ιατρική, που δεν τον ενδιαφέρει και ότι θα σπουδάσει οικονομικά. Αποφασίζει να πάει στο Παρίσι, όπου ζούσε ήδη ο αδερφός του. Με το διαβατήριο 10 ημερών που έδινε η χούντα το κατάφερε. «Ήθελαν να μας διώξουν», κρίνει εκ των υστέρων.
«Όλο το διάστημα της 7ετίας, εμείς χλευάζαμε και κοροϊδεύαμε τις πολιτιστικές επιλογές του καθεστώτος. Όλο αυτό το ελληνοχριστιανικό ιδεολόγημα, με τους παππάδες και την εκκλησία το καταδικάζαμε. Εμείς ήμασταν όλοι άθεοι, δεν ορκιζόμασταν στα δικαστήρια...», μας εξηγεί. «Αυτό που πιστεύω ότι προσωπικά με «έσωσε» ήταν η Κύπρος, ίσως και γιατί ο δάσκαλός μου ο Ψυρούκης επέμενε για το Κυπριακό. Επιβεβαιώθηκε από την ιστορία, αφού το 1974 οι χουνταίοι ήταν αυτοί που έδωσαν λαβή να εισβάλει στην Κύπρο η Τουρκία...», καταλήγει ο Γιώργος Καραμπελιάς.
Γιώργος Τσεμπερόπουλος, σκηνοθέτης
Στην ταινία του «Πίσω Πόρτα», ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος περιγράφει την Αθήνα του 1966, στην εποχή των εργολάβων και των υπηρετριών από την επαρχία, στην εποχή των Beatles και του Θεοδωράκη, των χίπις και των Λαμπράκηδων. Και μετά έρχεται η Αθήνα του 1967: η χούντα. Μέσα από τις κοινωνικές αλλαγές, ο κεντρικός ήρωας της ταινίας, ένα 13χρονο αγόρι, γόνος ευκατάστατης οικογένειας των Αθηνών προσπαθεί να καταλάβει τι του συμβαίνει. Στο σώμα του, στην οικογένειά του, στην γιορτή που τον αναγκάζουν να συμμετάσχει ντυμένος αρχαίος Έλληνας στο Καλλιμάρμαρο.
Αν και δεν είναι αυτοβιογραφικό, το έργο του Τσεμπερόπουλου έχει στοιχεία αληθινά, που συνέβησαν στον ίδιο ή σε φίλους και γνωστούς του. Μόλις 17 ετών όταν έγινε το πραξικόπημα, ο σκηνοθέτης θυμάται στιγμές από τη ζωή του.
Μέχρι την 21η Απρίλη, ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος με τους φίλους και γείτονές του Γιάννο Κρανιδιώτη, Πλάτωνα Ανδριτσάκη, Αναστάση Παπαληγούρα και Δημήτρη Κελαϊδίτη είχαν φτιάξει μια ομάδα. «Κάθε Σάββατο απόγευμα συγκεντρωνόμασταν στο σπίτι ενός από τους πέντε μας και διαβάζαμε ποίηση, λογοτεχνία, ιστορία. Ο καθένας αναλάμβανε ένα θέμα, το παρουσίαζε στην παρέα και ακολουθούσε συζήτηση. Ο καθένας μας ήθελε να καταπλήξει τους άλλους. Διαβάζαμε Παλαμά, Σεφέρη, Βάρναλη, Καζαντζάκη, Άμαντο και Βασίλιεφ», διηγείται. Η παρέα σταμάτησε το’67 που τελειώσαμε το σχολείο και έγινε το πραξικόπημα.
«Από το ’65 και μετά, θυμάμαι έντονα το κιτσαριό των αγώνων κατς, την υψηλή αλλά αστεία χλιδή του Παλατιού και των παρατρεχάμενων κυριών, αλλά και η αεροδυναμική και μοντέρνα αισθητική τής Ολυμπιακής, ο Ωνάσης, η Κάλλας και η Τζάκυ, οι γαλλικές και οι ιταλικές ταινίες με γοητευτικές γυναίκες και άντρες. Ο Χατζιδάκης, ο Ξαρχάκος, η Ζωίτσα Λάσκαρη, η Καραγιάννη, ο Κούρκουλος κι ο Παπαμιχαήλ. Το περιοδικό Εικόνες της Ελένης Βλάχου και το Πάλι των Νάνου Βαλαωρίτη, Μίνου Αργυράκη, Κουτρουμπούση, Δενέγρη, Πουλικάκου κ.ά. Οι εκδόσεις Ίκαρος και τα πρώτα βιβλία τσέπης Γαλαξίας. Αγγλικά και γαλλικά περιοδικά δεν εισαγόντουσαν, αλλά κάπως τα βρίσκαμε και μας ταξίδευαν αισθητικά. Tα lay-outs των δίσκων βινυλίου έπιαναν από την λιτή γραμμή της Λύρας μέχρι το φευγάτο Sergeant Pepper», λέει. Κι όλα αυτά σε μιά πόλη που κυριαρχούσε απόλυτα το γκρι, το σκούρο μπλέ και το καφέ.
Όταν κόντυνε η φούστα για τα καλά, κόντυνε το μαλλί των γυναικών και οι νέοι άρχισαν να βγαίνουν έξω χωρίς γραβάτα, ... ήρθε η χούντα, ο Πατακός και οι γελοίες γιορτές στο Καλλιμάρμαρο. Ό,τι διαφορετικό, ήταν κατακριτέο και έδινε το δικαίωμα στον αστυνόμο ή τον κουρεμένο και γραβατωμένο ασφαλίτη, να σε πάει στο τμήμα για μερικές ώρες, ίσως και για διανυκτέρευση», λέει. «Το μαλλί και το χρώμα στα αντρικά ρούχα, συμβόλιζαν ότι δεν είσαι πρόβατο, σκλαβάκι. Τα μικρά μουστάκια ή κόπηκαν ή μάκρυναν πολύ. Στην αλλαγή της δεκαετίας εμφανίστηκαν τα γένια και οι αρβύλες».
Γιώργος Λαζαρίδης, θεατρικός συγγραφέας (Πρόεδρος συλλόγου θεατρικών συγγραφέων)
Στις δύσκολες εποχές, η επιθεώρηση ζει τις καλύτερες στιγμές της. Φτάνει η κίνηση του χεριού ή ένα νόημα για να ξεσπάσει το κοινό σε γέλια, να μοιραστεί ένα «κοινό μυστικό».
Οι επιθεωρήσεις δεν σταμάτησαν μετά το πραξικόπημα, αντιθέτως, είχαν πολλή... τροφή για σχολιασμό. Μόνο που πάνω της απλώθηκε ένας επικίνδυνος εχθρός: η λογοκρισία. «Ο τρόμος της λογοκρισίας ήταν το χαρακτηριστικό της εποχής. Αλλά, ξέρετε, έκανε και... «καλό» στην επιθεώρηση. Γιατί αναγκαζόμασταν να γράψουμε έξυπνα πράγματα», λέει ο θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Λαζαρίδης. Ενεργός 30άρης της εποχής ο Λαζαρίδης, με πολλές ταινίες και θεατρικά έργα στο ενεργητικό του, ήξερε πώς να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις.
Περίπου 7 επιθεωρήσεις ανέβηκαν κατά τη διάρκεια της χούντας. Οι τίτλοι τους και μόνο ήταν ένα είδος κριτικής στο καθεστώς. «Θυμάμαι που ήταν τότε σουξέ το τραγούδι «Πάμε για ύπνο Κατερίνα». Και εμείς ανεβάσαμε την παράσταση «Κατερίνα ξύπνα», που βέβαια εννοούσαμε «Ελλάδα ξύπνα», μας λέει ο θεατρικός συγγραφέας. «Έβγαινε ο Παττακός και έλεγε κάτι, όπως το «ποιος σας είπε ότι είμαστε μόνιμοι;» και εμείς βάζαμε τίτλο «Πού να βρούμε αρχηγό;» Και όταν μας καλούσαν στη λογοκρισία για να τους εξηγήσουμε τι εννοούμε λέγαμε ότι «ο Ολυμπιακός έχει ανάγκη από τερματοφύλακα και αυτό θέλαμε να πούμε», διηγείται.
Μία από τις επιθεωρήσεις που παίχτηκαν, λεγόταν «Τη λένε ακόμα Δημοκρατία». Ήταν όταν είχε αναλάβει ο Μαρκεζίνης και οι συνταγματάρχες προσπαθούσαν να πείσουν για μια εκδημοκρατιση... «Αυτός ο τίτλος μας οδήγησε ακόμη και στην ΕΣΑ για να δώσουμε περαιτέρω εξηγήσεις...».
Ήταν η εποχή του Σταύρου Παράβα και της Άννας Καλουτά, της Ρένας Βλαχοπούλου και του Γιώργου Κωνσταντίνου. Συγγραφείς όπως ο Κώστας Πρετεντέρης, ο Ηλίας Λυμπερόπουλος και ο Κώστας Νικολαϊδης έδιναν τον καλύτερο (και πιο έξυπνο) εαυτό τους. «Και πέρα από τα θέατρα, θυμάμαι που πηγαίναμε στις μπουάτ και βλέπαμε τον Γιώργο Μαρίνο που κάθε βράδυ έκανε αντίσταση. Πολλές φορές στο κοινό ήταν και χουντικοί. Τον ανέχονταν, μας ανέχονταν, για να δείξουν ότι υπάρχει ελευθερία», εξηγεί.
«Το σοβαρό πρόβλημα το είχε ο κινηματογράφος πάντως. Έπρεπε να πάρεις προληπτική άδεια και μετά έγκριση για προβολή. Γυρίζαμε πολλές ταινίες που κοβόντουσαν στη λογοκρισία. Και έτσι που ήταν όλες οι ταινίες αυτο-συντηρούμενες οικονομικά, μπαίναμε όλοι μέσα...», θυμάται. Κι όταν τον ρωτάμε αν οι φοιτητές και το ντύσιμο ή το μαλλί τους ήταν... συστατικό επιθεώρησης μας λέει: «οι φοιτητές ήταν αγαπητοί. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να τους χλευάσεις. Εμείς κοροϊδεύαμε όλην την υπερβολή των συνταγματαρχών, λέει. Παρόλ’ αυτά, ο τίτλος «Χίπηδες και Ντιρλαντάδες» ήταν χαρακτηριστικός των ρευμάτων της δεκαετίας. Μετά το 74, ο τίτλος μετατράπηκε σε «ΚΥΠηδες και Βασιλειάδες»...
Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, τα πράγματα αγρίεψαν. «Από εκεί και πέρα όλα ήταν πιο δύσκολα. Το κυρίαρχο στοιχείο στις επιθεωρήσεις έγινε ο Καραμανλής, ο «φυγάς» όπως τον λέγαμε. Επίσης, η απουσία των εκλογών. Ένας τίτλος που θυμάμαι είναι «Η Ελλάδα ξαναψηφίζει». Έπαιζε ο Βέγγος και έκανε τον Ταρζάν στη ζούγκλα», μας λέει.
«Αισθητικά κυριαρχούσε για τη χούντα το στρατιωτικό, η λεβεντιά των Ελλήνων. Παρόλο που δεν βλέπω μεγάλη διαφορά στην αρχαιολατρεία εκείνη με ατο φινάλε των Ολυμπιακών που οργάνωσε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, η χούντα εκμεταλλεύτηκε την ιστορία των Ελλήνων προς όφελός της. Ο «Αγνωστος πόλεμος» του Φώσκολου που τόσο πολύ κατηγορήθηκε ότι συνέπλεε με το καθεστώς, είχε γραφτεί 5-6 χρόνια πριν από τη χούντα».
Ακόμη και μετά την πτώση της χούντας, η αισθητική του καθεστώτος συνέχιζε αναδρομικά να αποτελεί «τροφή» για τις επιθεωρήσεις. «Μόλις 7 μέρες μετά την μεταπολίτευση, ανεβάσαμε μια παράσταση με τίτλο «Δόξα τω Θεώ και Μπράβο στο λαό». Ήταν μια επίκαιρη παράσταση που τελείωνε με ένα αεροπλάνο, από το οποίο κατέβαινε ο Καραμανλής και έλεγε «Ήρθα». Γινόταν χαμός από κάτω. Τέτοιο πράγμα δεν το χω ξαναδεί!», μας λέει ο Γιώργος Λαζαρίδης. «Αλλά και αργότερα, τα πρώτα 5 χρόνια τουλάχιστον, οι αναφορές σε Παπαδόπουλο, Παττακό, Ιωαννίδη ήταν συχνές. Πια, μπορούσαμε να μιλάμε ελεύθερα...», καταλήγει.
Κώστας Τουρνάς, συνθέτης, τραγουδιστής
Η αγάπη του για τη μουσική έχει «ξυπνήσει» από τα εφηβικά του ακόμη χρόνια. Ήδη στα 16, ο Κώστας Τουρνάς τολμάει να δουλέψει ως αμειβόμενος μουσικός σε ένα κλαμπάκι στα Καμμένα Βούρλα. Ένα χρόνο μετά, γίνεται το πραξικόπημα.
«Στην δεκαετία του ’60 έμπαιναν οι πρώτοι σπόροι για να μπορέσουν οι νεότεροι άνθρωποι να έχουν περισσότερο λόγο για την ζωή τους. Όχι απαραίτητα να την διοικούν, όχι απαραίτητα να γίνουν αφεντικά, αλλά να ανασαίνουν, να έχουν λόγο, να έχουν κρίση, να συνδιαλέγονται με τους μεγαλύτερους, το τότε επονομαζόμενο κατεστημένο», λέει ο Κώστας Τουρνάς. «Υπήρχαν χορευτικές ορχήστρες, όπως σήμερα είναι η ντίσκο, το μπαρ που παίζει μουσική και μπορείς να χορέψεις επιτόπου, τότε αυτό γινότανε με ζωντανές ορχήστρες. Δεν υπήρχαν δίσκοι, CD, DJ. Ο χορός γινότανε σε ένα χώρο περίπου σαν ντισκοτέκ με ζωντανή ορχήστρα. Και η ζωντανή ορχήστρα έπαιζε τραγούδια που θέλαμε να ακούσουμε».
Η μουσική που κυριαρχεί μέχρι τότε είναι, όπως θυμάται ο Κ.Τουρνάς μία ελαφριά γλυκερή τζαζ μουσική, που ακούγεται στο διάλειμμα του σινεμά με μεγάλους Αμερικανούς ερμηνευτές, η λατινική μουσική με τα φωνητικά τρίο, οι Έλληνες του ελαφρού ρεπερτορίου και το λαϊκό τραγούδι που είναι λίγο περιθωριακό. «Τότε είναι η στιγμή που αρχίζουμε να ακούμε ότι υπάρχει εγγλέζικη σκηνή. Η πρώτη αντίδραση είναι ότι αυτοί κάτι αληταράδες θα είναι, δεν μπορεί, αφού έχουν μακριά μαλλιά και τέτοια. Και στην δεύτερη κίνηση θυμάμαι, δεν ξέρω εάν ήταν ‘64 ή ‘65, που είδα πρώτη φορά το “A Hard Days Night”, των Beatles. Μια ταινία την οποία έκατσα και την είδα μέσα στο σινεμά τέσσερις ή πέντε φορές συνέχεια. Επανάληψη – επανάληψη – επανάληψη. Μπήκα δηλαδή στις 3:00 το μεσημέρι και έφυγα στις 12:00 το βράδυ!», θυμάται.
Κύριο άκουσμα της εποχής ο Νίκος Μαστοράκης, με τις ραδιοφωνικές εκπομπές που ενημερώνει ποια είναι η σκηνή του κόσμου και ποια η τάση. «Και ανάμεσα στα τραγούδια των «Formings», «Idols» και «Charms» που έβαζε ο Μαστοράκης και με τους οποίους έκανε και συναυλίες, ανακαλύπτει και τους «Teenagers», ένα γκρουπάκι που έχουμε φτιάξει εμείς. Εγώ είμαι 15 και είμαι ο παππούς της μπάντας διότι ο ντράμερ είναι 11 ετών και μιλάμε για τρελά πράγματα, πώς γινόταν και μας φώναζαν σε διάφορες συναυλίες», διηγείται.
Δύο μέρες πριν από το πραξικόπημα, είχε γίνει η συναυλία των Rolling Stones στην Αθήνα στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. «Εμείς καθόμαστε σε μια κερκίδα που έχει κάγκελο. Εχει πλήρη ανάπτυξη αστυνομικών, όχι προκλητικά αλλά που ελέγχουν όλο το χώρο. Καταλαβαίνετε τι σημαίνει μία συναυλία Ρόλινγκ Στόουνς εκείνα τα χρόνια. Είναι σα να έπεσε μάννα από τον ουρανό. Και εκεί συμβαίνουν μερικά περιστατικά τα οποία ήταν απογοητευτικά και δηλώνανε και τι ακολουθεί», διηγείται ο συνθέτης. «Έγινε ένα περιστατικό, κάποιο παιδί ενθουσιασμένο σηκώνεται πάνω στο κάγκελο να φωνάξει, πάει ο αστυνομικός τον τραβάει κάτω, τον ρίχνει κάτω, πέφτει κάτω, το βλέπει ο Τζάγκερ φωνάζει «αφήστε το παιδί, αφήστε το παιδί», βρίζει τους αστυνομικούς, γίνεται χαμός. Δεν καταλαβαίνουν ότι τους έβρισε, αλλά βέβαια γίνεται ένα ξεσήκωμα, σχεδόν σπάει η συναυλία στην μέση, ό,τι πήραμε – πήραμε», μας λέει.
Και εκεί που η διαδικασία της μουσικής αναζήτησης έχει αρχίσει, το πραξικόπημα ανακόπτει τα.. σχέδια των νέων της εποχής. «Τα πράγματα αγριεύουν για τους νέους ανθρώπους. Δεν μπορείς να ντυθείς όπως θέλεις, πρέπει να είσαι κουρεμένος, πρέπει να είσαι «κύριος». Παραλίγο να δούμε και ποδιές πάλι και στο γυμνάσιο. Συνέβαιναν πράγματα πολύ έτσι σκληρά για την στιγμή της ζωής σου. Εκεί που εσύ ήθελες λίγο παραπάνω ανάσα σου ερχότανε παραπάνω μέγγενη», εξηγεί ο Κ. Τουρνάς.
Πήγα στο στρατό το 1969 και βγήκα το 1972. «Είχα ένα όνειρο αδιόρατο, αλλά σχηματισμένο την ίδια ώρα μαζί, πως η μουσική την οποίαν δεν φτιάχνουν για μένα, θα τη φτιάξω εγώ. Και χωρίς να το ξέρω, μηχανικά, από την μεγάλη μου ανάγκη, έφτιαξα τα πρώτα μου τραγούδια χωρίς να ξέρω τι πάει να πει επάγγελμα, δισκογραφία, εμπόριο, λεφτά, αμοιβή, δεν ήξερα τι γινότανε, ήτανε αυτή η άμεση ανάγκη», λέει. Την άνοιξη του 1971, πριν ακόμα ολοκληρώσει την στρατιωτική του θητεία, ξεκινάει πρόβες με τους «Poll».
«Πήγαμε για ακρόαση στο Νίκο Μαστοράκη, προκειμένου να διαλέξει μπάντα για συναυλίες, τραγούδησα ένα τραγούδι εγώ και μου λέει: «να σου πω, παίζε κιθάρα αλλά καλύτερα μην τραγουδάς». Και είχε και απόλυτο δίκιο ο άνθρωπος, διότι εμένα η φιλοδοξία μου τότε δεν ήταν να τραγουδήσω, δεν είχα δηλαδή την αγάπη να τραγουδήσω, εμένα ήταν όλο το παίζουμε, φτιάχνουμε, κάνουμε, τραγουδάμε, αυτό αγαπούσα».
Ούτε η ελληνική ροκ της εποχής «γλίτωσε» από το ψαλίδι της λογοκρισίας. «Το «Ήλιε μου» που βγήκε μέσα στη δικτατορία, το ‘71, είναι μια κωδικοποίηση. Επιχειρεί όσο γίνεται να πει χωρίς να λέει. Και ενώ στην επίφασή του είναι ένα καθαρά ερωτικό τραγούδι, το «Ήλιε μου, έλα Ήλιε μου» που μπορείς να δικαιολογήσεις αν σε ανακρίνουν ότι το λες για το κορίτσι σου ότι είναι ο ήλιος σου, ίσως έχει και άλλους υπαινιγμούς», εξηγεί.
Μηνάς Παπάζογλου, δημοσιογράφος
Ξεκίνησε το επάγγελμα του δημοσιογράφου το 1963, στην εφημερίδα «Νέα Γενιά» των «Νέων». Με υπεύθυνο τότε τον Αστέρη Στάγκο, ο νεαρός Μηνάς Παπάζογλου είχε αναλάβει να καλύπτει τον τομέα της εκπαίδευσης και των φοιτητικών κινημάτων. Το μαλλί του ήταν κατακόκκινο, εκείνος... ανένταχτος στην Αριστερά και η εποχή γεμάτη προκλήσεις.
«Ήταν καλά τα παιδιά τότε. Πρώτα έβαζαν τον αγώνα και τον σύντροφο και μετά τον εαυτό τους», λέει σήμερα ο Μηνάς Παπάζογλου. Ο ίδιος ήταν –έτσι κι αλλιώς- κοντά στην ηλικία τους. Διασκέδαζε μαζί τους στα ταβερνεία του κέντρου, στη Λυκαβηττού και τα Εξάρχεια, στην Πλάκα και την πλατεία Κλαυθμώνος. Τραγουδούσαν όλοι μαζί, χορεύανε, ακούγανε Λοΐζο και Θεοδωράκη στις μπουάτ...
«Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών ήταν ένα χτύπημα μπαμπέσικο, ένα χτύπημα κάτω από τη ζώνη για τη Δημοκρατία μας. Αμέσως όμως οργανωθήκαμε. Στη ρουμπρίκα της «Νέας Γενιάς» με τίτλο Οι νέοι και τα προβλήματά τους βρήκαν αποκούμπι οι αγωνιζόμενοι δημοκρατικοί φοιτητές που προσπαθούσαν και για τη βελτίωση της εκπαίδευσης, αλλά και για τη δημοκρατία», μας λέει.
Σύντομα, ο Μηνάς Παπάζογλου θα ενταχθεί στο Πατριωτικό Μέτωπο. Στην κακογουστιά της χούντας θα προσπαθήσει να αμυνθεί –όπως και οι υπόλοιποι νέοι - με σαρκασμό για την κατάντια της πολιτικής ηγεσίας και το ψεύτικο πρόσωπο που παρουσίαζαν οι συνταγματάρχες. Έτσι θα περάσει ο πρώτος καιρός. «Τα ανέκδοτα έσπαγαν κόκαλα. Υπήρχαν συνθήματα στους τοίχους, προκηρύξεις, μηνύματα από στόμα σε στόμα», διηγείται ο βετεράνος δημοσιογράφος.
Η στήλη του κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία ακόμη δυσκολία κατά τη διάρκεια της 7ετίας: τη λογοκρισία. «Προσπαθούσαμε να περνάμε τις απόψεις μας ανάμεσα στις γραμμές. Οι λέξεις είχαν σημειολογία που μετέφεραν τα μηνύματα στον αναγνώστη, ξεφεύγοντας ταυτόχρονα από την τσιμπίδα του νόμου. Δεν μας σταμάτησαν τελικά. Δεν θέλανε να ανοίξουν άλλα μέτωπα», τονίζει.
Αν και ως δημοσιογράφος έπρεπε να τηρεί το... ευπαρουσίαστο του επαγγέλματος, ο Μηνάς Παπάζογλου στις εξόδους του με φίλους του φορούσε «ο,τι δεν προκαλούσε». Η ενδυμασία των νέων δεν ήταν... «φαντασμαγορική» όπως λέει, δεν ήταν ποτέ εκτός των παραδεκτών ορίων της κοινωνίας. «Πρότυπό μας ήταν ο Τσε Γκεβάρα και οι άλλοι αγωνιστές της δημοκρατίας», μας λέει. «Όταν ο Παττακός κούρευε με την ψιλή, οι δικοί μας νέοι αντιδρούσαν με τα μαλλιά μέχρι τους ώμους, διασκέδαση στα φτωχοτάβερνα με αντάρτικα τραγούδια. Και την τηλεόραση που τότε είχε αρχίσει να πρωτο-εμφανίζεται την σνομπάραμε γιατί ξέραμε ότι «περνούσε» προπαγάνδα», σημειώνει.
Παρά την προσπάθεια, ο φόβος κυριαρχούσε. «Λάμβανα απειλητικά τηλεφωνήματα από παρακρατικούς. Πολύ συχνά δεν πήγαινα μόνος στο σπίτι. Με φιλοξενούσαν φίλοι. Άλλαζα αυτοκίνητα για να μην ξέρουν με ποιο κυκλοφορώ. Ήμουν σχετικά γνωστός και αποτελούσα στόχο... Κάποια στιγμή μάλιστα με είχαν πάρει στην Ασφάλεια και με ανέκριναν ο Μάλλιος και ο Μπάμπαλης για να μου σπάσουν τον τσαμπουκά», διηγείται. «Εμείς δεν είμαστε εδώ για τους φοιτητές, είμαστε εδώ για τον κομμουνισμό», μου είχε πει ο Μπάμπαλης», θυμάται.
Όσο περνούσε ο καιρός και τα κινήματα φούντωναν, τόσο πιο λεπτή γινόταν και η δουλειά του Παπάζογλου στα «Νέα». Στο γραφείο του έβρισκαν καταφύγιο κυνηγημένοι φοιτητές και ενταγμένοι σε κινήματα νέοι. «Βλέπαμε τον αναβρασμό. Από τους φοιτητές ξεκίνησε η αντίδραση, που πέρασε τελικά και στην κοινωνία».
Κι όταν τον ρωτάμε σήμερα πώς τα βλέπει τα πράγματα μας λέει «Σήμερα, ο αγώνας συνεχίζεται...».
Παναγιώτης Κουνάδης, συγγραφέας, μελετητής
Οι εκλογές της βίας και νοθείας του ΄61 σε βάρος της Αριστεράς βύθισε το ελληνικό πολιτικό σύστημα ξανά στην καταχνιά. Η νέα γενιά έβλεπαν το μελαγχολικό κράτος και θέλησαν να κάνουν κάτι άλλο. «Διεκδικήσαμε με θράσος και θυμό το μερίδιό μας στην κοινωνία, με πρωτοβουλίες που παίρναμε μόνοι μας. Μια τέτοια συμβολή ήταν η δημιουργία του «Συλλόγου Φίλων Ελληνικής Μουσικής» που μέσα στην ομάδα την πρώτη ανήκα και εγώ. Αλλά ξεκίνησε από την αντίδρασή μας στο ότι ήρθε ένα νέο παιδί από το Παρίσι, 34 ετών τότε, νέος κι αυτός που όμως η καταχνιά τον ανάγκασε να ξαναφύγει. Ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης», διηγείται ο Παναγιώτης Κουνάδης.
Ο Θεοδωράκης είχε προσπαθήσει να παρουσιάσει τις μουσικές του και υπέστη τα δεινά στην περιοδεία με πέτρες στις συναυλίες του, με τραμπούκους που προσπαθούσαν να τον δείρουν, με όλη αυτή την φοβερή καταπίεση. Αποτέλεσμα, το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου να αποφασίσει να φύγει. «Και λέμε, γιατί να φύγει; Να ξανάρθει. Και του στέλνουμε εκείνη την περίφημη επιστολή στην οποία δεν περιμέναμε καμία απάντηση. Ανέλπιστα, ο Θεοδωράκης -όπως δήλωσε αργότερα, αυτή η επιστολή του άλλαξε τη ζωή- σε λίγες μέρες, έρχεται πάλι στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά, είχε συμπαραστάτες πάρα πολλούς ανθρώπους από τον χώρο της νεολαίας, όλων των παρατάξεων,αλλά και ένα Σύλλογο που τον βοήθησε να «εφαρμόσει» την μουσική του στην πράξη με αλλεπάλληλες εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν το 1962, το 63, το 64, το 65 και μετά», λέει.
Ταυτόχρονα, ο Σύλλογος Φίλων Ελληνικής Μουσικής μετατρέπεται σε έα χώρο ελεύθερης δράσης νέων ανθρώπων, που έμελλε να αποτελέσει «φυτώριο» μουσικών, στιχουργών και τραγουδιστών τα επόμενα 30 χρόνια. «Τραγουδούσαμε πολύ, χορεύαμε, διαβάζαμε, συζητούσαμε. Ο Λεοντής, ο Λοίζος, ο Μαρκόπουλος, ο Σαββόπουλος, η Φαραντούρη, ο Μαυρουδής, ο Κουγιουμτζής, οι ποιητές μας, ο Ελευθερίου, ο Λάδης, η Μάρω η Λήμνου, ο Βρεττάκος ο Κώστας και ακόμη άλλοι πολλοί που τους ξεχνάω είναι δημιουργήματα αυτού του φορέα, ενός φορέα ανθρώπων που δεν έχει καμία εξάρτηση από κανένα πολιτικό κόμμα της εποχής εκείνης», περιγράφει.
Η χορωδία έφτασε να έχει μέχρι και 100 μέλη τα χρόνια εκείνα, να κάνει εκδηλώσεις σχεδόν κάθε εβδομάδα. Νέοι άνθρωποι χωρίς κανένα στήριγμα οικονομικό, μόνο με τις δικές τους εισφορές, χωρίς στήριξη επίσημου φορέα κατάφερναν να πραγματοποιούν εκδηλώσεις με 5.000 και 10.000 ανθρώπους σε στάδια, σε συμπαράσταση εργαζομένων και απεργών, όπως η μεγάλη απεργία του 1964 στο Περιστέρι. «Είχαμε συμπαραστάτες βέβαια και πολλούς πνευματικούς ανθρώπους. Τον Αλεξανδράκη, την Γεωργούλη, τον Παπακυριακόπουλο, τον Γιάννη τον Θεοδωράκη με την γυναίκα του και δεκάδες πρόσωπα από τον χώρο του Θεάτρου και του Κινηματογράφου».
Όπως θυμάται ο Παναγιώτης Κουνάδης, «σε όλες τις εκδηλώσεις είχαμε ένα πρόβλημα να βρούμε και να πείσουμε κάποιους ανθρώπους να μας δώσουν ένα χώρο. Ήταν πολύ δύσκολο, γιατί η ασφάλεια πίεζε. Εν συνεχεία να πάμε να βγάλουμε άδειες, άδειες από την Εφορία, από την Αστυνομία, από το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Ήταν ένας κατάλογος φαρμακερός, το πόσοι φορείς είχαν λόγο για να πάρεις μια άδεια να κάνεις μια μουσική εκδήλωση. Και μια εκδήλωση μουσική τότε ήταν εξ αντικειμένου πολιτική, γιατί λέγαμε κάποια τραγούδια που είτε το θέλαμε, είτε όχι δεν τους άρεσαν».
Ο κόσμος ανταποκρινόταν, αλλά καθώς η πίεση αυξανόταν και η αστυνομική παρουσία... «θέριευε». Δεν υπήρχε συγκεκριμένο «ντύσιμο». Ο καθένας φορούσε ο,τι είχε, ο,τι του επέτρεπε η οικονομική κατάστασή του.
Και κάπως έτσι, φτάσαμε στον Απρίλιο του 1967. «Η δικτατορία ήταν ένα σοκ. Ένα σοκ που ανέκοψε μια πορεία που είχε πάρει ένα δρόμο δημιουργικό. Ξαφνικά οι χουνταίοι, άνθρωποι αγράμματοι που δεν ήξεραν τι έλεγαν μας κυβερνούσαν. Επικράτησαν τα σκυλοτράγουδα και τα δημοτικά κιτς. Ήθελαν το πολιτιστικό επίπεδο να παραμείνει χαμηλό, για να μας βάλουν στον γύψο, όπως έλεγαν. Ήταν ένας παραλογισμός φτιαγμένος στα εργαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών, των μυστικών υπηρεσιών πάντοτε. Ο σκοπός ήταν η ανακοπή αυτού του φαινομένου. Ενός φαινομένου που είχε πολλές διαστάσεις. Και πολιτικού και κοινωνικού και πολιτιστικού. Και οικονομικού βέβαια», τονίζει.
«Όλα άλλαξαν. Ήταν ένα καθεστώς τρόμου γενικά. Όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να προσληφθεί στο Δημόσιο, σε οποιαδήποτε θέση, αν δεν έχει την έγκριση του Τμήματος Ασφαλείας στο οποίο μένει και έχει γεννηθεί, ήταν ένα καθεστώς τρόμου. Δηλαδή δεν μπορούσες να πάρεις άδεια οδήγησης. Έπρεπε να φέρεις με τα δικαιολογητικά και το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Δεν μπορούσες να πάρεις διαβατήριο. Έπρεπε να πάρεις την Υπηρεσία Ασφαλείας της περιοχής, στον τόπο γεννήσεώς σου το πιστοποιητικό ότι δεν είσαι επικίνδυνος κομμουνιστής», διηγείται. «Παρά την αντιπαράθεση αυτή υπήρχε χιούμορ διάχυτο. Ένα χιούμορ που εκφραζόταν σε κάθε περίπτωση. Και ένας θυμός. Κατά των ανθρώπων που κυβερνούσαν».
Σουζάνα Αντωνακάκη, αρχιτέκτονας
Δυο περίπου χρόνια πριν από εκείνη την πικρή Άνοιξη της δικτατορίας του ’67 συγκροτήσαμε με φίλους και συνεργάτες αρχιτέκτονες στην οδό Γιάννη Σταθά το
«Α66 - Εργαστήριο Αρχιτεκτονικής».
Στα χρόνια του ’60, ελπιδοφόρα και δημιουργικά, σε όλα τα πεδία του πολιτισμού: τέχνη, μουσική, λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφος, ένας αέρας συντροφικότητας μας έδινε κουράγιο και αισιοδοξία.
Νέοι τότε αρχιτέκτονες -είχαμε περάσει ένα διάστημα δουλεύοντας σε Τεχνικές Υπηρεσίες του Δημοσίου- αποφασίσαμε να ανοιχτούμε στα ρίσκα του ελεύθερου επαγγέλματος.
Με μεγάλη δόση ερασιτεχνισμού και εμπιστοσύνη στο μέλλον στρωθήκαμε στη δουλειά. Από την προσθήκη δωματίου μέχρι τα μεγάλης εμβέλειας θέματα των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών ανακαλύπταμε σε όλες τις κλίμακες την άρρηκτη σχέση του χώρου με το χρόνο διερευνώντας επίμονα την ποίηση της αρχιτεκτονικής στην καθημερινή ζωή.
Η ομαδική δουλειά -ευλογία της αρχιτεκτονικής- μας χάριζε αξέχαστες ώρες χαράς και δημιουργικότητας, ενώ τα πρώτα αισιόδοξα μηνύματα -κάποιες διακρίσεις και βραβεία– στήριξαν το έργο μας οικονομικά και ηθικά.
Οραματιστές δάσκαλοι και ικανοί αρχιτέκτονες, διαβάσματα και ταξίδια, διαμόρφωσαν ένα κλίμα υπευθυνότητας που μας οδήγησε στη συνειδητοποίηση ότι οφείλουμε να αντισταθούμε με το έργο μας στην εξάπλωση της εμπορευματοποίησης και στην υποβάθμιση του αστικού και φυσικού περιβάλλοντος που προκάλεσε η βίαιη εισβολή του μεγάλου αριθμού.
Επιχειρήσαμε με επιμονή να ανατρέψουμε τα στερεότυπα της απλοϊκής ερμηνείας του κατοικείν μέσα στα στενά όρια της καθιερωμένης «ετοιμοπαράδοτης» κατοικίας της αντιπαροχής, αναγνωρίζοντας τις περιορισμένες δυνατότητες της μονοσήμαντης αρχιτεκτονικής παρέμβασης στο σύνολο του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων (ο οποίος στήριζε τότε σταθερά τους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς καταπολεμώντας τις ύποπτες διαδικασίες της απευθείας ανάθεσης των μελετών) έπαιζε ένα σημαντικό ρόλο με αναλύσεις και προτάσεις που κορυφώνονταν στα πανελλήνια συνέδρια με σημαντική απήχηση στα Μ.Μ.Ε.
Σ’ αυτή τη γόνιμη περίοδο του αρχιτεκτονικού βίου μας, στην αρχή της οικογενειακής μας ζωής με δύο μικρά παιδιά και το Εργαστήριο στην κρίσιμη φάση της ίδρυσής του, ένα καίριο πλήγμα βρήκε τον τόπο μας, παραμονές των εκλογών του ’67, μια αναπάντεχη ανατροπή κάθε προσδοκίας: η δικτατορία.
Με ποια αποθέματα ελπίδας να διαχειριστείς την περιφρούρηση της ιδιωτικής ζωής και την ταυτόχρονη άνθιση του δημόσιου βίου -προϋπόθεση κάθε αρχιτεκτονικής χειρονομίας;
Με τι κουράγιο να προτείνεις τόπους ζωής μέσα στη ζοφερή ατμόσφαιρα της καταπίεσης και του φόβου με την υπόκρουση του παραληρηματικού λόγου και τις υποδείξεις των εγκάθετων κυβερνώντων, οι οποίοι ως «παιδονόμοι» ανέλαβαν τη «συμμόρφωσή» μας;
Λόγοι κενοί, καθαρευουσιάνικες ρητορείες, περί της σωτηρίας μας, κωμικοτραγικά θεάματα, χλαμύδες, ασπίδες και πατριδολαγνεία, η επικράτεια του ψεύδους και της βλακείας, το γούστο της εξουσίας και η εξουσία του γούστου.
Φίλοι αγαπημένοι, φυλακισμένοι, εξόριστοι ή περιπλανώμενοι, τα νέα για βασανιστήρια έφταναν από μυστικούς δρόμους.
Η ασυδοσία στην οικοδομή εξαπλώθηκε, «ευνοϊκοί όροι δόμησης» έπληξαν τα προάστια και τις επαρχιακές πόλεις. Τα «κίνητρα» για την «ανάπτυξη» του τουρισμού και οι χαρισματικές δανειοδοτήσεις συντέλεσαν στην ανεπανόρθωτη καταστροφή μοναδικών περιοχών.
Πέρασαν τριάντα πέντε χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου: Νοέμβριος 1974, τότε που το ήθος, η ομοψυχία, το κουράγιο και η τόλμη των νέων οδήγησαν τον τόπο στην έξοδο από την σκοτεινή επταετία.
Πώς διαχειριστήκαμε μέχρι σήμερα το πολύτιμο δώρο της ελευθερίας;
Οι επέτειοι ζωντανεύουν μνήμες, στοχασμό, ερωτηματικά, και ελπίδες.
Μέσα στον κίνδυνο και το θαύμα
πλοίο διαρκείας η χώρα μου... (Οδ. Ελύτης)
Στάθης Σταυρόπουλος, δημοσιογράφος
Ο δάσκαλος της πρώτης δημοτικού στο σχολείο του Πύργου Ηλείας έκλαιγε την ώρα που ανακοίνωνε στους μαθητές του την επιβολή της δικτατορίας. Οι μικροσκοπικοί μαθητές της πρώτης δημοτικού, εκείνη την πρώτη μέρα δεν είχαν καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί. Ο νυν σκιτσογράφος Στάθης Σταυρόπουλος συνειδητοποίησε λίγες μέρες αργότερα τι... εστί χούντα. Με τη μητέρα του πήγαινε κάθε μέρα φαγητό σε δισάκι στον θείο του το δικηγόρο που είχε φυλακίσει το καθεστώς...
«Ήμασταν παιδιά και την κακογουστιά της χούντας τη βιώσαμε στο σχολείο ως κάτι φυσιολογικό. Δεν καταλαβαίναμε το φασιστικό καθεστώς, γιατί δεν είχαμε μέτρο σύγκρισης. Την αυστηρότητα της χούντας τη συνειδητοποιήσαμε στο Λύκειο, όταν ο φιλόλογος πονηρά μας «περνούσε» να διαβάζουμε άλλα, «πονηρά» βιβλία που απαγορεύονταν, βιβλία του Ντοστογιέφσκι, του Καζαντζάκη, του Μυριβήλη και άλλων προοδευτικών συγγραφέων», λέει ο Στάθης Σταυρόπουλος.
Οι ανησυχίες των παιδιών του Πύργου, ως εφήβων πια, εκφράστηκαν ως πνεύμα αμφισβήτησης στο καθεστώς. Στην επαρχία, τα πράγματα είναι πάντα πιο δύσκολα, αφού τα μάτια της κοινωνίας τα νιώθεις πάνω σου να σε κατακρίνουν. «Όλα άλλαξαν όταν πέρασα στην Πάντειο. Μέσα σε μία νύχτα, άλλαξε και η εμφάνισή μου. Μαλλιά, μούσια... Και έπειτα, αυτό το αίσθημα ελευθερίας. Πράγματα που μέχρι τότε μου φαινόντουσαν αστεία, όπως η ώρα που θα έτρωγα και τι, ακόμα και αν δεν είχα λεφτά, ήταν πια στο χέρι μου. Ήμουν κυρίαρχος του εαυτού μου και αυτή ήταν πολύ μεγάλη αλλαγή», θυμάται.
Στο υπόγειο της πλατείας Κολιάτσου, ο Στάθης διαδέχθηκε τον αδερφό του που μόλις τελείωνε το πανεπιστήμιο και θα γύριζε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. «Από εκεί έζησα την εποχή των φοιτητικών κινημάτων. Αποφάσισα να ενταχθώ, γιατί άκουσα τραγούδια του Θεοδωράκη που μου άρεσαν. Παίζαμε έτσι κι αλλιώς κιθάρα στον Πύργο και αντιστεκόμενοι στον κομφορμισμό της εποχής, η αισθητική του σφιγμένου κοστουμιού δεν μας «έκανε», λέει. «Αρχίσαμε να φοράμε χακί ρούχα και στρατιωτικά παντελόνια για αντι-μιλιταίρ λόγους. Το τζάκετ σήμαινε την αντίστασή μας στο καθεστώς. Πλάι στη μεγάλη φτώχεια, ο φοιτητής φορούσε το πουλόβερ που είχε, γιατί ενδεχομένως δεν είχε άλλο. Ήταν η εποχή που η αισθητική της μόδας δεν υπήρχε όπως είναι σήμερα. Μετρούσε μόνο το «ένας από εμάς», ένας μυστικός κώδικας που ολοκληρωνόταν από μη φανερά σημάδια ότι αποτελούσαμε συλλογικότητα», θυμάται.
Ο ερωτισμός, οι γνώσεις, η αντιπαράθεση, το σινεμά, τα τραγούδια, ο έρωτας. «Τότε τα γνωρίσαμε όλα αυτά. Τραγουδούσα πολύ στα ταβερνεία, αλλά ήμουν φάλτσος. Σιγά-σιγά έμαθα να «πιάνω» τον σωστό τόνο και να είμαι ανεκτός. Τα τραγούδια ως πράξη αντίστασης. Και οι συζητήσεις μας για έναν καλύτερο, δημοκρατικό κόσμο... Η γενιά του Πολυτεχνείου άλλωστε προσδιορίστηκε ως γενιά αργότερα. Εμείς τα κάναμε όλα αυτά αυθόρμητα, από μια εσωτερική μας ανάγκη να μιλήσουμε. Θυμάμαι πάντως ότι όποιος δεν ήταν Αριστερός δεν μπορούσε να έχει κοπέλα στο πανεπιστήμιο...», λέει χαρακτηριστικά.
Φώντας Λάδης, λογοτέχνης, στιχουργός
Ο Σύλλογος Φίλων Ελληνικής Μουσικής, στη γωνία Σόλωνος και Ιπποκράτους, μάζευε στην αρχή της δεκαετίας του ’60 πολλούς από τους μετέπειτα επώνυμους της ελληνικής μουσικής σκηνής. Συνθέτες, στιχουργοί και τραγουδιστές, όπως ο Μάνος Λοΐζος, ο Χρήστος Λεοντής, η Μάρω Λήμνου, ο Μάνος Ελευθερίου και αργότερα ο Διονύσης Σαββόπουλος και η Μαρία Φαραντούρη μαζεύονταν στο «στέκι» του συλλόγου για να μιλήσουν, να τραγουδήσουν και να κάνουν παρέα.
Στην «καρδιά» του συλλόγου ήταν ο στιχουργός, ερευνητής, δημοσιογράφος, λογοτέχνης σήμερα Φώντας Λάδης. Εικοσάχρονο παιδί, τότε. «Πηγαίναμε στη χορωδία κάθε μέρα, οργανώναμε συναυλίες, κάναμε γνωριμίες. Και τα βράδια πηγαίναμε στα ταβερνάκια για φαγητό, ποτό και τραγούδι... Πολιτικές συζητήσεις και τέχνη πήγαιναν χέρι-χέρι. Θυμάμαι το τραγούδι «Καράβια Αλήτες» που μελοποίησε ο Λοΐζος και τραγούδησε ο Πουλόπουλος. Το γράψαμε σε ένα στέκι, στο πατσατζίδικο του Νώντα, στην Αλεξάνδρας, που ξενυχτούσε ως το πρωί», μας λέει ο Φώντας Λάδης.
Από τη δεκαετία κιόλας του ’50, στις ΗΠΑ και την Ευρώπη υπήρχε ένα κίνημα αντίδρασης της νέας γενιάς στην ερημιά και τα ερείπια που άφησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το ροκ, ο Έλβις, η γενιά των μεγάλων κινηματογραφιστών στην Αμερική, αλλά και ο ιταλικός νεορεαλισμός και η γαλλική «νουβέλ βαγκ», ο Τσε, το Βιετνάμ, ο Γαλλικός Μάης και η άνοιξη της Πράγας ήταν κραδασμοί μιας γενιάς που σε παγκόσμιο επίπεδο προσπαθούσε να χτίσει κάτι καινούριο. «Στην Ελλάδα, η επανάσταση ήταν διαρκής. Από τις εκλογές νοθείας του ’61, και το κίνημα του «1-1-4», τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, τη φυγή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, τα Ιουλιανά και τα επόμενα δύο χρόνια, η πολιτική και η τέχνη συμπορευόνταν στο πεζοδρόμιο σε καθημερινούς αγώνες. Η κοινωνία ήθελε δημοκρατία και πολιτική αναγέννηση», περιγράφει.
Μέσα σε αυτό το πνεύμα, της αναζήτησης και της δημιουργίας, ζούσαν οι νέοι της εποχής. Τραγούδια και έρωτες γεννιόνταν διαβάζοντας στις παρέες ποίηση ή λογοτεχνία, και λίγο αργότερα στις συναυλίες αλλά και στις μπουάτ που είχαν αρχίσει ήδη να «σκάνε μύτη», όπως λέει χαρακτηριστικά ο Φώντας, στην Πλάκα. «Θυμάμαι στις μπουάτ. Πριν από τα τραγούδια που παρουσίαζαν τα μέλη του συλλόγου, εγώ και άλλοι ανεβαίναμε στο πάλκο και απαγγέλλαμε ποιήματα. Το μουσικό πρόγραμμα ακολουθούσε», προσθέτει.
Βασικό στοιχείο του ντυσίματος ήταν το τζιν ή ένα απλό παντελόνι και από πάνω ένα λευκό πουκάμισο ή μπλουζάκι, η καθαρή και καλή λύση των νεαρών –δεν υπήρχε αφθονία στις επιλογές. Η αγαπημένη τους ενασχόληση ήταν το διάβασμα. «Διαβάζαμε πολύ λογοτεχνία. Οι περισσότεροι της παρέας ήταν παιδιά από σπίτια χωρίς ιδιαίτερες πολιτιστικές επιρροές. Μόνοι μας έπρεπε να τα ανακαλύψουμε όλα. Ήταν της μόδας τότε τα βιβλία με δόσεις και παίρναμε να διαβάσουμε Καζαντζάκη, Λουντέμη και γενικά αριστερή λογοτεχνία, και φυσικά την Επιθεώρηση της Τέχνης, και το φιλολογικό ένθετο της «Αυγής». Η αλήθεια είναι ότι δεν πηγαίναμε εύκολα στα γραπτά της «άλλης όχθης». Και ήταν λάθος μας», σημειώνει.
Η επιβολή της δικτατορίας σταμάτησε απότομα την πολιτιστική αυτή έκρηξη. «Ξαφνικά, δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις ελεύθερα, φοβόσουν να σε δουν γιατί μπορούσε να υποστείς βασανισμούς στην Ασφάλεια ή να σε στείλουν εξορία, η πολιτική έκφραση και πολλά βιβλία δηλαδή απαγορεύτηκαν. Η απόλυτη σιγή. Της γενιάς μας της πήραν το γλυκό μέσα από το στόμα...», λέει ο Φώντας.
Η στροφή στην κάπως πιο ερμητική τέχνη που ακολούθησε, η παρανομία και η φυγή ήταν αναπόφευκτα. Ήταν και το κιτς, η κακογουστιά της χούντας που επιβλήθηκε στην καθημερινή ζωή. «Οι πρωταγωνιστές των δικτατορικών καθεστώτων σε ολόκληρο τον κόσμο είναι συνήθως κενοί, τούς λείπει η ουσιαστική κουλτούρα και βασίζεται σε απλοϊκές έννοιες. Αυτό το ξεκάθαρα κακόγουστο, κάθε άνθρωπος με λίγη ευαισθησία το απέρριπτε. Αλλά η απάθεια και η φοβία οδήγησαν και σε έναν ωχαδερφισμό, που, σε συνδυασμό με την τηλεόραση και τη μαζική κουλτούρα που αναπτύχθηκαν εκείνη την εποχή θόλωσαν το τοπίο για τους πολλούς. Στροφή στον αθλητισμό, διαδηλώσεις για το ποδόσφαιρο, μαζική διασκέδαση, έκαναν το κριτήριο του κόσμου να αμβλυνθεί...», λέει σήμερα ο λογοτέχνης.
Μετά από έξι μήνες στην παρανομία, τον Σεπτέμβριο του 1967, ο Φώντας Λάδης αναγκάζεται να φύγει στη Ρώμη, όπου θα περάσει την περίοδο ως το 1973. Θα γυρίσει με την αμνηστία το καλοκαίρι του 1972, για να προλάβει και την κορύφωση του φοιτητικού κινήματος στο Πολυτεχνείο...
Έκτοτε, έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, ταξιδιωτικό, πολιτικό και ιστορικό δοκίμιο, θέατρο, καθώς και βιβλία για παιδιά. Ποιήματα του μελοποιήθηκαν από το Μίκη Θεοδωράκη, το Μάνο Λοΐζο, το Χρήστο Νικολόπουλο, το Θάνο Μικρούτσικο, το Μάριο Τόκα, το Λίνο Κόκοτο, το Δημήτρη Λάγιο και άλλους Έλληνες συνθέτες. Είναι δε ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της Εταιρείας Αρχείου και Μελετών "Μνήμες" και από τους βασικούς υπεύθυνους του εκδοτικού οίκου «Πύλη».
| Αντιδράσεις: |

