Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

Παρά λίγο αγνοούμενος...

Έμεινε αιχμάλωτος στα μπουντρούμια των τουρκικών φυλακών στην κατεχόμενη Λευκωσία για 14 μήνες και 22 μέρες. Κανείς -ούτε συγγενείς, ούτε οι στρατιώτες στην ΕΛΔΥΚ- δεν ήξεραν πού βρισκόταν. Αν δεν είχε καταφέρει να αποδράσει, ο Λάμπρος Πλίτσης μπορεί να ήταν μία ακόμη ιστορία αγνοουμένου της κυπριακής τραγωδίας το 1974. Σήμερα, 35 χρόνια μετά, ζει μόνιμα στη Λάρισα και διηγείται τις ημέρες του Αττίλα, του εγκλεισμού του, αλλά και της αδιαφορίας της ελληνικής Πολιτείας σε βάρος του...
«Βρέθηκα στην Κύπρο στις 19 Ιουλίου του 1974, μία μέρα πριν από την τουρκική εισβολή. Ήμουν ήδη ένα χρόνο στρατιώτης, είχα εκπαιδευτεί στα όπλα και τότε τίποτα δεν «μύριζε» την καταστροφή που θα επακολουθούσε στην Μεγαλόνησο», διηγείται στο «Έθνος της Κυριακής» ο 58χρονος σήμερα Λάμπρος Πλίτσης. «Αποβιβαστήκαμε στην Αμμόχωστο, μεταφερθήκαμε στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στη Λευκωσία και ίσα που προλάβαμε να κοιμηθούμε λίγες ώρες. Τα χαράματα μας ξύπνησαν οι βομβαρδισμοί των τουρκικών αεροπλάνων».
Η πρώτη βόμβα του τουρκικού στρατού έπεσε στο στρατόπεδο της ελληνικής δύναμης. Πολλοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους, άλλοι τραυματίστηκαν σοβαρά. «Εκείνες τις ώρες επικρατούσε πλήρες χάος», θυμάται ο κ.Πλίτσης. «Δεν θα ξεχάσω τον υπασπιστή Παπαλάμπρου, ο οποίος ήταν ο μόνος που είχε την ψυχραιμία να μας πει: «Παιδιά έχουμε πόλεμο, όλα θα πάνε καλά», μας λέει.
Ακολούθησαν μάχες σώμα με σώμα. Στο στρατόπεδο της Τουρκικής Δύναμης Κύπρου (ΤΟΥΡΔΥΚ), στο απέναντι ύψωμα, οι νεκροί και τραυματίες ήταν πολλοί. «Πολλοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους, άλλοι τραυματίστηκαν στα χέρια και τα πόδια τους. Εικόνες πολέμου. Όλεθρος και καταστροφή...», τονίζει ο κ.Πλίτσης. «Ακόμη και στην εκεχειρία που υποτίθεται πως επιβλήθηκε στις 22 Ιουλίου, οι μάχες μαίνονταν. Θυμάμαι ένα περιστατικό, που ήμασταν στο στρατόπεδο και οι Τούρκοι πραγματοποιούσαν επίθεση. Μας έλεγαν οι προϊστάμενοί μας «Μη ρίχνετε». Κι αν δεν ήταν ένας λοχαγός, Αρώνης λεγόταν, να μας δώσει εντολή: «Ανοίξατε πυρ», θα μας είχαν σφάξει σαν τα κοτόπουλα».
Στις 23 Ιουλίου, ο Λάμπρος Πλίτσης βρέθηκε με το λόχο του στον Πενταδάκτυλο. Στο δρόμο –αν και εκεχειρία- τα αεροπλάνα των Τούρκων πετούσαν από πάνω τους. Εκεί έμειναν μέχρι τον δεύτερο Αττίλα... «Ο πόλεμος ήταν καθημερινός. Εκεχειρία δεν τηρήθηκε. Τα πάντα ήταν προδομένα. Εμείς οι στρατιώτες δώσαμε την ψυχή μας για να κρατηθεί η Κύπρος. Πολλοί Κύπριοι δεν μας θέλανε, εμάς της ΕΛΔΥΚ, γιατί μας ταύτιζαν με την χουντική κυβέρνηση των Αθηνών που ήταν η αιτία για την τραγωδία τους. Άλλοι καταλάβαιναν ότι κάναμε ο,τι μπορούσαμε και μας φρόντιζαν, μας αγαπούσαν», λέει. «Εμείς τα μάθαμε και τα καταλάβαμε αυτά πολύ αργότερα, γιατί τότε ήταν τόσο μπερδεμένα όλα που δεν μπορούσαμε παρά να εκτελούμε τις εντολές των ανωτέρων μας».
Κι ενώ οι Τούρκοι είχαν πια καταλάβει το 1/3 της Μεγαλονήσου, οι ελλαδίτες στρατιώτες συνέχιζαν να παρευρίσκονται στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στη Μαλούντα. «Και τότε μού συνέβη αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Βρέθηκα στη Λευκωσία και έπεσα πάνω σε μια τουρκική περίπολο. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι από τη σύλληψή μου στις 3 Σεπτεμβρίου του 1975 ήταν αυτό. Ξύπνησα σε ένα μπουντρούμι με πρησμένο κεφάλι και πόδια. Αυτό ήταν. Εκεί έμεινα 14 μήνες και 22 μέρες...».
Ο Λάμπρος Πλίτσης ήταν σε πλήρη απομόνωση κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του. Δυο φρουροί βρισκόταν μονίμως έξω από την πόρτα του κελιού του, ενώ δεν επιτρεπόταν να μιλάει και να έρχεται σε επαφή με κανέναν. Κατά τις μετακινήσεις του, τού φορούσαν κουκούλα.
«Έμαθα αργότερα ότι ήμουν στην τουρκική φυλακή στο μικρό Καϊμακλί, που στα ελληνικά λέγεται Ομορφίτα. Κανείς δεν ήξερε πού ήμουν. Οι στρατιωτικοί της ΕΛΔΥΚ ρωτούσαν για μένα, αλλά οι τουρκικές Αρχές δεν τους έδιναν καμία πληροφορία», λέει.
«Εγώ στην απομόνωση δεν έβλεπα την ώρα να δω την ελληνική σημαία, τα ελεύθερα χώματα. Τι κι αν πέθαινα; Έτσι κι αλλιώς ήμουν νεκρός. Έβαλα λοιπόν μπροστά το σχέδιο της απόδρασής μου. Το έπαιξα λίγο τρελός –για παράδειγμα έπαιζα ποδόσφαιρο χωρίς μπάλα- και τελικά κατάφερα να αποδράσω με ένα πιρούνι. Μια ολόκληρη διμοιρία με ακολούθησε. Έφτασα στο σημείο που έβλεπα την ελληνική σημαία. Αλλά δεν τα κατάφερα να περάσω. Ο τουρκικός στρατός με βρήκε λιπόθυμο το πρωί και με συνέλαβε ξανά».
Η απόδραση του Λάμπρου Πλίτση έκανε γνωστή και την παρουσία του στα κατεχόμενα. Επιτέλους, μαθεύτηκε πως στις τουρκικές φυλακές υπήρχε ένας Έλληνας, που κρατείτο αιχμάλωτος. Τότε άρχισαν οι κινήσεις για την απελευθέρωσή του. «Πέρασα στρατοδικείο και οι Τούρκοι με καταδίκασαν για κατασκοπεία ακριβώς τις ημέρες που ήμουν αιχμάλωτος. Όταν έφτασα στην ελεύθερη Κύπρο δεν το πίστευα πια... Δεν πίστευα καν ότι είχα μείνει ζωντανός», μας λέει.
Στις 26 Οκτωβρίου 1976, ο Λάμπρος Πλίτσης κατάφερε επιτέλους να απελευθερωθεί. Ένα μήνα μετά, μπόρεσε να γυρίσει στην Ελλάδα. «Η ελληνική Πολιτεία δεν πλήρωνε ούτε ένα εισιτήριο για να... πάρει πίσω τον αιχμάλωτό της, έναν άνθρωπο από αυτούς που πολέμησαν για ελληνικά χώματα. Κι όχι μόνο αυτό, όταν γύρισα στην Ελλάδα πέρασα και στρατοδικείο γιατί με είχαν κηρύξει λιποτάχτη. Η αιτία ήταν ότι, πριν συλληφθώ, απέμεναν 3 μήνες θητείας που δεν είχα περάσει. Τελικά, τους έκανα κι αυτούς, αθωώθηκα φυσικά και από το στρατοδικείο», τονίζει.
Όταν επέστρεψε στη Λάρισα, ο Λάμπρος προσπάθησε να ξεχάσει. Έφτιαξε τη δική του οικογένεια, απέκτησε τρία παιδιά και ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο που τόσο αγαπούσε –ξάδερφός του είναι ο πολύ γνωστός τερματοφύλακας Γιώργος Πλίτσης.
Το παράπονό του για την αντιμετώπιση της Ελλάδας απέναντι στους αγωνιστές της ΕΛΔΥΚ είναι διάχυτο. «Είμαστε πολεμιστές... αγνώστου πολέμου, αφού ο πόλεμος στην Κύπρο επίσημα δεν υπάρχει!», λέει χαρακτηριστικά. «Η ελληνική Πολιτεία δεν μου έχει αναγνωρίσει ότι πολέμησα, ότι αιχμαλωτίστηκα, ότι έδωσα –όπως και τόσοι άλλοι- τα πάντα για την πατρίδα μου...»
Στην Κύπρο δεν ξαναπήγε ποτέ, λίγο από φόβο, λίγο λόγω συγκυριών. Όμως, όπως μας λέει, το μυαλό του είναι πάντα εκεί. « Όσοι γυρίσαμε ζωντανοί, πάντα θα είμαστε «εκεί», γιατί «εκεί» χάσαμε φίλους, είδαμε ματωμένους τους συντρόφους μας... Πιστεύω ότι κάποιοι από τους αγνοούμενους είναι ακόμη ζωντανοί και ελπίζω σύντομα να έρθουν πίσω. Όσο για μενα, ποτέ δε μετάνιωσα για τα όσα έκανα, για τα όσα πρόσφερα, για τα όσα διακινδύνευσα... Αν χρειαζόταν, θα τα έκανα ξανά όλα από την αρχή...»