Πέντε πρόσωπα, πέντε «βόμβες» στον Αττίλα... Τριανταπέντε χρόνια μετά, οι αποκαλύψεις για τις θηριωδίες του τουρκικού στρατού κατά την εισβολή στην Κύπρο σοκάρουν. Η είδηση για την ταυτοποίηση των πέντε πρωταγωνιστών της φωτογραφίας-σύμβολο των αγνοουμένων επιβεβαίωσε με τον πιο τραγικό τρόπο τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Τούρκοι στρατιώτες σε βάρος Ελληνοκύπριων αιχμαλώτων...Οι πέντε μέχρι πρόσφατα αγνοούμενοι αποτελούν την πρώτη περίπτωση που βάσει φωτογραφικού ντοκουμέντου πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τον τουρκικό στρατό και βρέθηκαν 35 χρόνια μετά θαμμένοι στα κατεχόμενα. Το γεγονός δημιουργεί νέα δεδομένα σε επίπεδο νομικών επιχειρημάτων, αφού αποδεικνύει πως η Τουρκία δεν τήρησε το δίκαιο του πολέμου, την επιστροφή ζωντανών των αιχμαλώτων στην πατρίδα τους...
Σε δηλώσεις του στην τουρκική εφημερίδα Χουριέτ ο Τούρκος φωτογράφος, ο οποίος τράβηξε την πιο γνωστή φωτογραφία αγνοουμένων ισχυρίζεται πως όταν συνελήφθη από τους ελληνοκύπριους είχε στην κατοχή του έντεκα φιλμ από σκηνές του πολέμου. Ισχυρίστηκε μάλιστα πως οι Ελληνοκύπριοι έχουν στα χέρια τους και φωτογραφίες από την ταφή των 5 στρατιωτών.
Όλα αυτά μένουν να αποδειχθούν. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός πάντως είναι πως οι 5 στρατιώτες του 398 Τάγματος Πεζικού που συνελήφθηκαν στις 14 Αυγούστου 1974 στο χωριό Τζιάος, εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τους Τούρκους....
Για 35 χρόνια, οι συγγενείς περίμεναν ένα νέο από τους ανθρώπους τους. Μετά την ταυτοποίηση οστών των 5 με τη μέθοδο DNA, οι οικογένειες ετοιμάζονται να θάψουν τους νεκρούς τους... Ακριβώς 35 χρόνια μετά, οι οικογένειες των πρωταγωνιστών μιλούν στο «Έθνος της Κυριακής» για τα παιδιά τους που χάθηκαν, για τις τελευταίες ώρες που έμειναν μαζί, αλλά και για τα 35 χρόνια της σιωπής που έζησαν μέχρι σήμερα...
Γιάννης ΠαπαγιάννηςΉταν τριτοετής φοιτητής ηλεκτρολογίας στην Αγγλία, αλλά μόλις έγινε το πραξικόπημα στην Κύπρο αποφάσισε να επιστρέψει για να βοηθήσει την πατρίδα του. Ο Γιάννης Παπαγιάννης έφτασε την Τετάρτη 17 Ιουλίου του 1974 στο χωριό του, στο Νέο Χωριό Κυθραίας και τρείς μέρες μετά έγινε η επιστράτευση. Η μάνα και οι αδελφές του θυμούνται μέχρι σήμερα τον ενθουσιασμό του που θα πήγαινε να πολεμήσει.
«Μόλις φώναξαν για γενική επιστράτευση, σηκώθηκε από το κρεβάτι που κοιμόταν και πήγε να καταταγεί. Περπατούσε και κούμπωνε το πουκάμισό του, τέτοιο ενθουσιασμό είχε... Του λέγαμε να μην πάει, καθώς τότε επικρατούσε χάος στην Κύπρο και κανείς δεν ήξερε ότι είχε έρθει πίσω. «Όχι εγώ θα πάω να πολεμήσω, μας είπε. «Ο ένας δεν πάει, ο άλλος δεν πάει, να αφήσουμε τους Τούρκους να έρθουν να μας πιάσουν;» Και πήγε», θυμάται η αδερφή του, Μαρία Παπαγιάννη.
Η οικογένεια του Παπαγιάννη πρωτοείδε τη φωτογραφία του αιχμάλωτου Γιάννη στις 20 Σεπτεμβρίου του 1974, όταν δημοσιεύτηκαν στην κυπριακή εφημερίδα «Μάχη». «Μπορεί να έγιναν σύμβολο των αγνοουμένων της κυπριακής τραγωδίας, αλλά εμάς αυτή η λέξη μας πλήγωνε. Ο αδερφός μου είναι ήρωας. Όλοι εκμεταλλεύθηκαν τον πόνο μας, το θέμα των αγνοουμένων γενικά. Τόσα χρόνια, καμία επίσημη Αρχή δεν μας ενημέρωσε για το τι είχαν γίνει οι αγαπημένοι μας. Τώρα τους θυμήθηκαν όλοι. Κι αν αληθεύει αυτό που είπε ο Τούρκος φωτογράφος, ότι στα φιλμ είχε και την ταφή τους ακόμη, τότε επιβεβαιώνεται η εκμετάλλευση του αδερφού μου και των υπολοίπων», μας λέει η αδερφή του.
Ύστερα από απαίτηση της οικογένειάς του, η κηδεία του Ιωάννη Παπαγιάννη έγινε χθες, Παρασκευή. «Παρόλο που δεν μας άφηναν λόγω γραφειοκρατίας, απαίτησα να ταφεί την ίδια μέρα που συνελήφθη αιχμάλωτος. Ήταν το λιγότερο που μπορούσαμε να κάνουμε προς τιμήν του ήρωα αδερφού μας», εξηγεί η Μαρία Παπαγιάννη.
Χριστόφορος ΣκορδήςΟ Χριστόφορος Σκορδής από το χωριό Δάλι ήταν το 1974 μόλις 24 χρονών. Απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής, άριστος σπουδαστής, ο Χριστόφορος εργαζόταν σε μία εταιρεία εισαγωγής εξαρτημάτων και συναρμολογούσε μηχανές, όταν η τουρκική εισβολή τού άλλαξε τα σχέδια.
Η πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής τον βρήκε στο Δίκωμο. Υπηρετούσε ως έφεδρος στρατιώτης, με την ειδικότητα του ολμιστή. Μεταξύ πρώτης και δεύτερης εισβολής επέστρεψε για λίγες μέρες στο χωριό του, για να επιστρέψει στη μονάδα του στο Τζιάος, αφού στο μεταξύ ξεκίνησε η δεύτερη εισβολή. Στις 14 Αυγούστου, συνελήφθη μαζί με τους υπόλοιπους τέσσερις της φωτογραφίας. Η οικογένεια του τον περίμενε 35 χρόνια, για να αποκαλυφθεί ότι τελικά ήταν όλα αυτά τα χρόνια νεκρός...
Από την εφημερίδα «Μάχη» είδε η οικογένεια του Χριστόφορου τον άνθρωπό της αιχμάλωτο στα χέρια των Τούρκων στρατιωτών. «Πήγα μαζί με κάποιο γνωστό μου στα γραφεία της εφημερίδας για να μάθω πληροφορίες για το πού βρήκαν τη φωτογραφία. Μου είπε ότι είχαν συλληφθεί δύο Τούρκοι δημοσιογράφοι και τους πήραν τα φιλμ. Όταν επέστρεψε ο Μακάριος στην Κύπρο, πήρα την εφημερίδα και πήγα να τον βρω και να του πω να το θέσει στον Ντενκτάς. Μου είπαν πως ο Αρχιεπίσκοπος την είχε υπόψη του τη φωτογραφία και θα το συζητούσε με τον Ντενκτάς. Απ’ εκεί και πέρα, δίναμε φωτογραφίες παντού. Αλλά κανείς δεν ήξερε τίποτα», λέει ο Πέτρος Σκορδής, μεγάλος αδερφός του Χριστόφορου.
«Μετά από κάποιο διάστημα, γνωρίσαμε έναν αξιωματικό της Αστυνομίας, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το θέμα των αγνοουμένων», αναφέρει ο πρωτότοκος της οικογένειας. Μια μέρα που πήγα στο γραφείο του, μου είπε: «Ευχάριστα νέα. Μας έφεραν μια λίστα ότι υπάρχουν 200 άτομα στο Μπογάζι του Τρικώμου και μέσα σε αυτούς είναι και ο αδελφός σου. Μου είπε ότι θα πήγαινε ο Κληρίδης μαζί με τον Ντενκτάς να επισκεφθεί το στρατόπεδο. Μετά τη συνάντηση, όταν επέστρεψαν πίσω, ο Κληρίδης δήλωσε ότι δεν υπήρχαν ίχνη ότι στο στρατόπεδο εκείνο ζούσαν πρόσφατα άτομα. Πήγα ξανά πίσω στον Αστυνόμο και ρώτησα να μάθω τι γινόταν. Μετά λίγες μέρες, ένας μακρινός συγγενής, ο οποίος ήταν εγκλωβισμένος στην Επτακώμη μου είπε ότι τη συγκεκριμένη μέρα της επίσκεψης του Κληρίδη με τον Ντεκτάς, είδαν λεωφορεία με καλυμμένα τα παράθυρα να φεύγουν από εκείνο το σημείο και να πηγαίνουν προς τον Απόστολο Ανδρέα. Τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν όλα εικασίες…», λέει.
«Σήμερα, είμαστε σε ένα πέλαγος», μας λέει ο κ.Πέτρος. «Οι γονείς μας έφυγαν με τον καημό του Χριστόφορου... Εμείς, τα υπόλοιπα αδέρφια του υποστηριζόμαστε από τους ψυχολόγους της επιτροπής αγνοουμένων. Έρχονται στο μυαλό μας όλες οι ευτυχισμένες στιγμές που είχαμε ζήσει. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Πιστεύαμε ότι θα τον ξαναδούμε τον μικρό μας αδερφό».
Φίλιππος ΧατζηκυριάκοςΉταν ο μικρότερος από τους πέντε της φωτογραφίας, μόλις 17,5 ετών...
Ο Φίλιππος Χατζηκυριάκος από τη Αμμόχωστο ήταν άριστος μαθητής της Τεχνικής Σχολής. Είχε μάλιστα καταφέρει να κατασκευάσει μόνος του ένα ποδήλατο. Όταν έγινε όμως η εισβολή, κατετάγη στην Εθνική Φρουρά όπου από την πρώτη στιγμή ξεχώρισε για το ήθος και τις ικανότητες του. Γι’ αυτό και έγινε λοχίας πριν την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης των πρώτων 40 ημερών... Δεν έμελλε να γυρίσει. Ούτε ο ίδιος, ούτε και ο πατέρας του, ο οποίος εξακολουθεί να είναι αγνοούμενος...
«Ήταν πολύ ήσυχο παιδί, του άρεσε να στήνει και να ξηλώνει, να δημιουργεί…», θυμάται σήμερα ο αδερφός του, Ανδρέας. Στις 16 Ιουνίου, ο Φίλιππος πρόλαβε να γιορτάσει τα γενέθλιά του. Ήταν και η τελευταία φορά που τον είδε η οικογένεια. «Ήρθε στο σπίτι μου στην Έγκωμη για να δει τα παιδιά μου κι εκεί μιλήσαμε για τελευταία φορά… Στις 13 Αυγούστου ψάξαμε να βρούμε το Φίλιππο και φτάσαμε μέχρι τη γραμμή της Μιας Μηλιάς. Εκεί ο στρατός επέμενε να μην προχωρήσουμε γιατί είχε σπάσει η γραμμή και έρχονταν οι Τούρκοι προς τα κάτω… Από εκείνη τη στιγμή άρχισε η αναστάτωση και προσευχόμουν στην Παναγία να φωτίσει τον αδελφό μου να πάει προς τη δεξιά πλευρά του δρόμου κι όχι αριστερά… Όπως το φοβόμουν όμως είχε τραβήξει προς το
Μαραθόβουνο όπου είχαμε συγγενείς…».
Όταν συνελήφθη ο τούρκος φωτογράφος και βρέθηκαν οι φωτογραφίες, η οικογένεια του Χατζηκυριάκου έμαθε για τη σύλληψή του μαζί με τους άλλους τέσσερις στρατιώτες που ήταν μαζί του. Οι πληροφορίες δεν επιβεβαιώθηκαν παρά μόνο πριν από λίγες μέρες, με την ταυτοποίηση των οστών του με το DNA.
«Με πείραξε πολύ –γιατί ήμουν κι εγώ στρατιώτης- η εν ψυχρώ δολοφονία του Φίλιππου και των άλλων στρατιωτών. Το κρανίο του είχε πυροβοληθεί από πίσω... Για τον πατέρα μου, που η μάμα μας ήταν παρούσα κατά τη σύλληψή του, ήμασταν πιο εξοικειωμένοι με την ιδέα ότι πιθανόν να τον είχαν σκοτώσει. Αλλά για τον αδερφό μου, όχι», μας λέει ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος. «Από προχθές που το μάθαμε, η μάμα μας σταμάτησε να μιλάει... Η κηδεία θα γίνει στις 5 Σεπτεμβρίου, αλλά η υπόθεση δεν τελειώνει εκεί. Θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για τη δικαστική δικαίωση του αδερφού μου», τονίζει.
Παναγιώτης ΝικολάουΟ Παναγιώτης ή Πανίκος Νικολάου καταγόταν από το Έξω Μετόχι Κύπρου και ήταν 26 ετών όταν η φωτογραφία του Τούρκου δημοσιογράφου κατέγραψε για τελευταία φορά το πρόσωπό του. Όπως ανέφερε στην κυπριακή εφημερίδα «Φιλελεύθερος» ο γαμπρός του, Γιαννάκης Χριστοδούλου, επίσης στρατιώτης στο Τζιάος, «το πρωί της 14ης Αυγούστου, ο υπεύθυνος αξιωματικός αναζητήθηκε αλλά δεν βρέθηκε, οπόταν οι περίπου 100 στρατιώτες χωρίστηκαν σε μικρές ομάδες των πέντε ατόμων και ο εγώ με την ομάδα μου έλαβα θέσεις σε ένα ύψωμα, ενώ ο κουνιάδος μου μαζί με άλλους έλαβαν θέσεις λίγο μέσα από το δρόμο σε σημείο που οδηγούσε στην Αμμόχωστο».
Όπως ανέφερε, ο κουνιάδος του Πανίκου είδε από μακριά τουρκικά στρατεύματα να προσεγγίζουν, προερχόμενα από τη Μια Μηλιά και να κατευθύνονται προς το Βαρώσι. Όταν πλησίασαν την ομάδα του κουνιάδου του, αυτός μαζί με τους άλλους τέσσερις στρατιώτες της φωτογραφίας βγήκαν από το όρυγμα με ψηλά τα χέρια και παραδόθηκαν. Ο Γιαννάκης Χριστοδούλου έμεινε στην περιοχή για περίπου δεκαπέντε λεπτά και στη συνέχεια εγκατέλειψε το σημείο μαζί με άλλους τέσσερις που βρίσκονταν μαζί του. Κατά τα λεπτά αυτά, οι 5 όμηροι εξακολουθούσαν να είναι εν ζωή...
Αντωνάκης ΚορέληςΟ Αντώνιος Κορέλης του Μιχαήλ ήταν γεννημένος στην Κυθραία το 1944. Στα 30 του, κλήθηκε να υπηρετεί ως έφεδρος αξιωματικός στην περιοχή Τζιάος. Τελευταία φορά εθεάθη στις 14 Αυγούστου του 1974, μαζί με τους άλλους τέσσερις της φωτογραφίας στον Μαραθόβουνο.
Όπως θυμάται ο Κύπριος γιατρός από τη Ρόδο Γιώργος Συμεωνίδης που υπηρετούσε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στον πόλεμο της Κύπρου και ήταν επικεφαλής διμοιρίας στην οποία υπηρετούσε ο Κορέλης, μετά τον πρώτο Αττίλα, ο ίδιος είχε δώσει άδεια σε κάποιους στρατιώτες για τον εορτασμό του 15Αύγουστου. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Κορέλλης, ο οποίος ήταν ήδη παντρεμένος...
Κανείς τότε δεν ήξερε ότι θα ακολουθούσε ο Αττίλας ΙΙ. Οι «αδειούχοι» είχαν σταθεί περιμένοντας το λεωφορείο. Καθώς στεκόντουσαν στη στάση, είδαν τα τανκς να πλησιάζουν. Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία ενημέρωση ότι το μέτωπο είχε πέσει, ο Κορέλλης ξαναγύρισε πίσω να πολεμήσει. Δεν είδε ποτέ ξανά την οικογένειά του...
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου