Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

Αντίσταση με ντόπιες ποικιλίες!

Μέχρι πριν από 50 χρόνια οι αγρότες στην Ελλάδα καλλιεργούσαν περισσότερες από 250 τοπικές ποικιλίες σταριού. Επίσης, περισσότερες από 200 ποικιλίες καλαμποκιού ήταν διαθέσιμες σε διάφορες περιοχές της χώρας.
Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι μόνο το 1% των ντόπιων ποικιλιών σιταριού και το 2%-3% των ποικιλιών λαχανικών που υπήρχαν στην Ελλάδα έχουν διασωθεί υπό καλλιέργεια μέχρι τις μέρες μας. Ολα τα υπόλοιπα είδη έχουν χαθεί...
Οι σπόροι είναι δώρο της φύσης, των περασμένων γενεών και των διαφορετικών πολιτισμών. Είναι ο πρώτος κρίκος στην αλυσίδα της τροφής και η ενσάρκωση της βιολογικής και πολιτιστικής ποικιλότητας. Η έντονη εμπορευματοποίηση και εντατικοποίηση της γεωργίας συντέλεσε στην εξαφάνιση μεγάλου μέρους των ντόπιων καρπών, φυτών και ζώων και στην αντικατάστασή τους από εκκολαπτόμενα υβρίδια, ποικιλίες και ράτσες.
Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος των σπόρων έχει μεταφερθεί, έχει υποστεί επεξεργασία, έχει κατοχυρωθεί ως πατέντα των παγκόσμιων εταιρειών και κρατείται με τη μορφή πνευματικής ιδιοκτησίας.
Σήμερα το δικαίωμα και η υποχρέωση να διατηρούν τον σπόρο τους οι ελεγχόμενοι βιοκαλλιεργητές στην Ελλάδα, είναι περιορισμένη και με ελεγχόμενη ημερομηνία λήξης. «Δηλαδή ο βιοκαλλιεργητής μπορεί να σπείρει τον δικό του σπόρο στο χωράφι για κάποιες ποικιλίες που δεν υπάρχουν στο εμπόριο, αλλά και γι αυτό χρειάζεται μια άδεια από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, που ονομάζεται παρέκκλιση», μας λέει ο κ. Σέληνας, μέλος του δικτύου Οικοκοινότητα.
Απαγόρευση
«Υπάρχουν πολύ γνωστές ποικιλίες, όπως το πιπεράκι τουρσί Αλμωπίας, το λάχανο Μαγνησίας και το πράσο καλέμι, για τις οποίες απαγορεύτηκε στους παραγωγούς να τις καλλιεργήσουν και να τις πουλήσουν σαν πιστοποιημένο βιολογικό προϊόν, επειδή δεν ήταν γραμμένες στον εθνικό κατάλογο συμβατικών ποικιλιών του υπουργείου ή επειδή δεν διέκριναν την ονομασία τους!
Για εμάς είναι απόλυτα σαφές ότι θέλουν και τους βιοκαλλιεργητές να γίνουν όπως και οι υπόλοιποι αγρότες, εξαρτημένοι χρήστες του περιορισμένου κι αδύναμου γενετικού υλικού των εταιρειών και των συμφερόντων τους σε αντίθεση με τις καλλιεργούμενες, ντόπιες κι αρχαίες ποικιλίες, που καθιστούν τον αγρότη αυτάρκη και ανεξάρτητο», τονίζει.
Στον αντίποδα, πολλές είναι οι ομάδες αγροτών, κτηνοτρόφων, αλλά και απλών πολιτών στη χώρα μας που υποστηρίζουν τις παραδοσιακές ράτσες και ποικιλίες. Συλλογικότητες όπως η Εναλλακτική Κοινότητα Πελίτι, το Δίκτυο Οικοκοινότητα, ο Συνεταιρισμός για το Εναλλακτικό και Αλληλέγγυο Εμπόριο «Ο Σπόρος» και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Βιοκαλλιεργητών «Δήμητρα» εξέδωσαν κείμενο με συγκεκριμένα αιτήματα που αφορούν στους σπόρους και την καλλιέργεια.
«Θέλουμε να επιλέγουμε παραδοσιακές και ντόπιες ποικιλίες καθώς και ράτσες που έχουν καλλιεργηθεί-εκτραφεί και που ευνοούνται και προσαρμόζονται στις συγκεκριμένες τοπικές συνθήκες.
Να χρησιμοποιούμε τον δικό μας σπόρο που έχουμε κρατήσει από προηγούμενες χρονιές για τις καλλιέργειες, χωρίς τη διαμεσολάβηση οικονομικών και άλλων συμφερόντων και να ανταλλάσσουμε ελεύθερα μεταξύ μας τους σπόρους, όπως αυτό γίνεται από την απαρχή της γεωργίας. Δεν επιθυμούμε μεταλλαγμένα προϊόντα και απαιτούμε από το κράτος και την πολιτεία να αναγνωρίσει τα δικαιώματά μας και να προστατεύει τους φυτογενετικούς πόρους και τη βιοποικιλότητα της χώρας. Οι αγρότες που καλλιεργούν ντόπιες, σπάνιες και αρχαίες ποικιλίες να στηριχθούν επιτέλους», σημειώνουν στην ανακοίνωσή τους.
ΧΩΡΙΣ ΚΡΑΤΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ
«Οσοι αγρότες θελήσουμε να σπείρουμε είμαστε σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένοι -λόγω των επιδοτήσεων- από τις εταιρείες, στις οποίες πρέπει να πληρώσουμε, προκειμένου να χρησιμοποιήσουμε αυτό που αποτελούσε κοινό πλούτο πριν από λίγες μόνο δεκαετίες.
Και σ' αυτούς που χρησιμοποιούσαν το δικό τους σπόρο δεν αναγνωρίζεται η ποιοτική αξία του γενετικού υλικού και έτσι δεν δικαιούνται ενίσχυσης από το κράτος», δηλώνει στο «Εθνος της Κυριακής» ο Αποστόλης Σέληνας, μέλος του δικτύου Οικοκοινότητα.
Ενίσχυση της τοπικής και της σωστής διατροφής
Το κίνημα του Slow food
Στο ίδιο πλαίσιο, της ενίσχυσης της σωστής διατροφής και των ντόπιων ποικιλιών είναι και το κίνημα του Slow Food. Ξεκίνησε από τον Carlo Petrini στην Ιταλία το 1986, ως μια μάχη ενάντια στο Fast Food, που ήταν η μόδα που προέκυψε εκείνη την εποχή.
Με τη λογική ότι με την παγκοσμιοποιημένη κουζίνα χάνονται τα χαρακτηριστικά της τοπικής διατροφής, η ομάδα του Slow Food σκοπό έχει τη διάσωση και διατήρηση των τοπικών κουζινών και μαζί των προϊόντων, των φυτών, των σπόρων, ακόμη και των ζώων των διαφορετικών περιοχών.
Τα κεντρικά γραφεία βρίσκονται στο Τορίνο. Μία από τις κυριότερες δραστηριότητες του Slow Food είναι η ενημέρωση των μελών του για το πού θα βρουν αγνά τοπικά προϊόντα και κρασιά, που τα ονομάζουν «οχυρά slow food». Ανάμεσα σε αυτά υπάρχουν και προϊόντα ελληνικής παραγωγής, όπως:
1 Το Νιώτικο Κεφαλοτύρι: είναι ένα σπάνιο παραδοσιακό τυρί, που παράγεται σε πολύ μικρή ποσότητα στην Ιο, χρησιμοποιώντας για μαγιά το περιεχόμενο των στομαχιών των μικρών κατσικιών.
2 Το μοσχαράκι «φυλής Κατερίνης»: η αγελάδα της «φυλής Κατερίνης» -η οποία σπανίως παρουσιάζει τις ασθένειες που εμφανίζουν άλλες εισαγόμενες ή διασταυρωμένες ράτσες- είναι είδος υπό εξαφάνιση, σύμφωνα με το υπουργείο Γεωργίας. Ο κτηνοτρόφος Δημήτρης Δήμου από τα Τρίκαλα μάλιστα βραβεύτηκε για το μοσχαράκι αυτό με το «Διεθνές βραβείο Slow Food για τη Βιοποικιλότητα», για τη δεκαετή προσπάθειά του να διασώσει αυτό το απειλούμενο με εξαφάνιση είδος.
3 Το μαυροτράγανο Σαντορίνης: είναι μία ποικιλία ερυθρού οίνου της Σαντορίνης, η οποία είχε σχεδόν εκλείψει. Ορισμένοι παλιοί αμπελουργοί, ωστόσο, διατηρούσαν λίγα κλήματα για προσωπική τους χρήση.